Skip to content

Anser anser Linnaeus, 1758 Σταχτόχηνα, Greylag Goose

27/10/2011

Anser anser Linnaeus, 1758 Σταχτόχηνα, Greylag Goose

Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [D] ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Mειωμένου Κινδύνου LC

Summary: More common and widespread in the past, the Grey­lag Goose is today a very local breeding species and a scarce winter visitor in Greece. A small (12-15 pairs/120-140 ind.) and isolated population nests only in L. Mikri Prespa, whereas a declin­ing number of birds winter mainly in Thrace and Macedonia. Average MWC population (1996-2005) 192 ind. and maximum counts for Greece 7,300 ind. (Evros Delta, 1965) and 3,000 ind. (L. Ismaris, 21-1-1974) (Handrinos 1991, Han­drinos & Akriotis 1997).

Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Μέχρι τη δεκαετία του ’60 η σταχτό- χηνα φώλιαζε σε πολλούς υγρότοπους (Δέλτα Έβρου, Λ. Ισμαρίδα, Λ. Κερκίνη, κ.ά.). Η κατανομή του πληθυσμού που διαχειμάζει στην Ελλάδα ήταν επίσης πολύ ευρύ­τερη παλαιότερα, φτάνοντας στις αρχές και τα μέσα του 20ού αι. στην Αιτωλοακαρ­νανία, την Εύβοια, τη Βοιωτία κ.α. Αντίθετα από τις μάλλον αυξητικές πληθυσμιακές

τάσεις του είδους στη Δ. Ευρώπη, στην Ελλάδα το είδος σήμερα είναι σπάνιο/τοπι-                              241

κό επιδημητικό και ασυνήθιστος χειμερινός επισκέπτης. Φωλιάζει πλέον μόνο στη Λ. Μικρή Πρέσπα (12-15 ζευγ., 120-140 άτομα) (Κουτσερή προσ. επικ.), πληθυ­σμός που είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους (υπο)πληθυσμούς της ΝΑ Ευ­ρώπης. Διαχειμάζει στη Θράκη και στη Μακεδονία, σε αριθμούς που εμφανίζουν μειωτική τάση σε σχέση με το παρελθόν. Κατά μέσο όρο (1996-2005) καταμετρή­θηκαν 192 άτομα, ενώ η μέγιστη καταμέτρηση στην Ελλάδα ήταν 7.300 άτομα στο Δέλτα Έβρου (1965) και 3.000 άτομα στη Λ. Ισμαρίδα (21-1-1974) (Handrinos 1991, Handrinos & Akriotis 1997, Αλιβιζάτος και συν., υπο προετοιμασία). Δύο ά­τομα δακτυλιωμένα στη Λίμνη Νοϊζίντλερ της Αυστρίας βρέθηκαν στη Λ. Κερκίνη (Handrinos & Akriotis 1997).

Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα: <1% του ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006).

οικολογία: Η μεγαλύτερη σε μέγεθος αγριόχηνα της Δ. Παλαιαρκτικής. Προτιμά υ­γρότοπους με γλυκό νερό (κυρίως λίμνες, έλη κ.ά. στο εσωτερικό) με υγρολίβαδα, καλαμιώνες κ.ά., ενώ το χειμώνα συχνάζει και σε παράκτιους υγρότοπους (δέλτα πο­ταμών, λιμνοθάλασσες κ.ά.). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη βιολογία και την οικολογία της στην Ελλάδα. Αναφέρεται ότι στις Πρέσπες τρέφεται μερικές φορές σε καλλιέργειες φασολιών, ενώ το χειμώνα στη ΒΑ Ελλάδα σε καλλιεργούμενες ε­κτάσεις με χειμερινά σιτηρά, αν και προτιμά ριζώματα και κονδύλους από θερισμένο αραβόσιτο κ.ά. Στο Δέλτα Έβρου αναφέρεται ότι προτιμά τα ριζώματα του Scirpus maritimus (Handrinos & Akriotis 1997).

Απειλές: Ο αναπαραγόμενος στη Λ. Μικρή Πρέσπα πληθυσμός είναι μικρός, απο­μονωμένος και, κατά συνέπεια, ευάλωτος. Το χειμώνα αρκετές σταχτόχηνες σκοτώ­νονται από κυνηγούς λόγω της ομοιότητάς τους με την ασπρομέτωπη χήνα, της οποί­ας επιτρέπεται το κυνήγι (π.χ. Δέλτα Έβρου κ.ά.) αλλά και λόγω λαθροθηρίας.

Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Μη θηρεύσιμο είδος, ο αναπαραγόμενος και ο κύριος όγκος του διαχειμάζοντος πληθυσμού βρίσκεται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000.

Μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Αυστηρός έλεγχος της λαθροθηρίας και της κυνηγετικής δραστηριότητας, επέκταση των Καταφυγίων Άγριας Ζωής όπου αυτό α­παιτείται, αποτελεσματικότερη διαχείριση και προστασία των ενδιαιτημάτων του εί­δους, αποφυγή ενόχλησης, μελέτη της βιολογίας και οικολογίας του είδους και μα­κροχρόνια παρακολούθηση του πληθυσμού του τόσο στην Λ. Πρέσπα όσο και στις περιοχές διαχείμασης.

Anser erythropus (Linnaeus, 1758) Νανόχηνα, Lesser White-fronted Goose

26/10/2011

Anser erythropus (Linnaeus, 1758) Νανόχηνα, Lesser White-fronted Goose

Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [C2a(i,ii), D, E]

239

■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Τρωτό VU / ευρώπη: Κινδυνεύον ΕΝ

Summary: The Lesser White-front­ed Goose is a regular but rare and local winter visitor in Greece. The species occurs in a few major wetlands of Macedonia and Thra­ce from late October to mid March. Historical data show that the spe­cies was formerly more common and with a larger distribution in Greece (Handrinos & Goutner 1990, Handrinos 1991, Handri- nos & Akriotis 1997). Lesser White-fronted Geese wintering in Greece belong to the Fennoscan- dian population: in fact almost all the birds of this population winter here. In recent years, the population wintering in Greece numbers 45-50 ind. The species frequents inland and coastal wetlands, prefers natural and semi-natural open land and is usually in one flock, although individuals are often recorded in mixed flocks with White-fronted and Red-breast­ed Geese. It is mainly threatened by illegal hunting due to its resemblance with the White-fronted Goose, a game species. Although there are several policy-based conservation actions in place for the species or the sites, there is still crucial lack of implementation and enforcement.

εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Η νανόχηνα είναι τακτικός αλλά σπά­νιος και τοπικός χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα. Φτάνει στη χώρα μας περί τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τα μέσα Μαρτίου διαχειμάζει σε λίγους μεγάλους υγρό- τοπους της κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ιδιαίτερα δε στο Δέλ­τα Έβρου και στη Λ. Κερκίνη και, δευτερευόντως, στη Λ. Ισμαρίδα, στις λιμνοθά­λασσες της Θράκης και στο Δέλτα Νέστου. Παλαιότερα δεδομένα δείχνουν ότι το εί­δος ήταν πιο κοινό στην Ελλάδα και με ευρύτερη κατανομή από τη σημερινή (Handrinos & Goutner 1990, Handrinos 1991, Handrinos & Akriotis 1997). Οι να- νόχηνες που επισκέπτονται τη χώρα μας ανήκουν στο φιννοσκανδικό υποπληθυσμό, που φωλιάζει στην υπο-αρκτική ζώνη της βόρειας Σκανδιναβίας και της χερσονή­σου Κόλα της Β.Δ. Ρωσίας. Στοιχεία από δακτυλιώσεις που γίνονται στη βόρεια Νορ­βηγία και από δορυφορική παρακολούθηση υποδεικνύουν ότι το σύνολο (ή σχεδόν) του πληθυσμού αυτού διαχειμάζει στην Ελλάδα (Lorentsen et al. 1998, Vangeluwe 2004, Aarvak & Οien 2006, Μακρυγιάννη και συν. 2008, ΕΚΔΠ βάση δεδομένων). Ο φιννοσκανδικός πληθυσμός έχει υποστεί δραματική μείωση κατά τη διάρκεια του 20ου αι. και το 2004 εκτιμήθηκε σε μόλις 20-30 ζευγ. (εκτός από τον άγνωστο α­ριθμό που φωλιάζει στη χερσόνησο Κόλα της Ρωσίας) (Tolvanen et al. 2004), αν και τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί. Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία για την Ελλάδα, όπου, μετά τη μείωση κατά τις δεκαετίες ’80-’90, φαίνε­ται να καταγράφεται σήμερα μια σχετικά σταθερή παρουσία 45-50 ατόμων, με κά­ποιες αυξομειώσεις (Vangeluwe 2005, Μακρυγιάννη και συν. 2008, Αλιβιζάτος και συν. υπο προετοιμασία).

Ποσοστό του πληθυσμού του είδους που βρίσκεται στην ελλάδα: Στην Ελλάδα δι­αχειμάζει το 100% (ή σχεδόν) του φιννοσκανδικού πληθυσμού, δηλ. περίπου 2,5% tou ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006) και περίπου 0,2% του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους.

οικολογία: Στην Ελλάδα το είδος απαντάται τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε παρά­κτιους υγρότοπους. Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε φυσικές ή ημιφυσικές ανοικτές εκτάσεις (π.χ. ποολίβαδα, αλμυρόβαλτους, περιοδικά κατακλυζόμενες εκτάσεις) και πολύ σπάνια σε καλλιέργειες, είναι δε αρκετά πιστό στις θέσεις που προτιμά. Σε α­ντίθεση με άλλες χήνες, οι νανόχηνες επισκέπτονται την Ελλάδα για σχετικά σταθε­ρή χρονική περίοδο και μάλλον ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρα­τούν σε βορειότερες περιοχές. Συνήθως σχηματίζουν ενιαίο κοπάδι, αλλά αρκετές φορές απαντούν και μεμονωμένα άτομα σε μίξη με κοπάδια από ασπρομέτωπες χή­νες (Anser albifrons) και κοκκινόχηνες.

απειλές: H σοβαρότερη απειλή για το είδος στην Ελλάδα είναι η λαθροθηρία, λόγω της μεγάλης ομοιότητας της νανόχηνας με την ασπρομέτωπη χήνα, της οποίας το κυνήγι επιτρέπεται. Η απώλεια και υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων θεωρείται επί­σης σημαντική αλλά δευτερεύουσα απειλή για την επιβίωση των ενηλίκων, αν και η σημασία της για τις ιστορικές μειώσεις του 20ού αι. δεν θα πρέπει να υποεκτιμά- ται (AEWA 2008). Τέλος, η ενόχληση που προξενεί το κυνήγι φαίνεται ότι παίζει ση­μαντικό ρόλο κατά μήκος της μεταναστευτικής του διαδρομής.

μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Προστατευόμενο είδος, ολόκληρος ο διαχειμά- ζων στην Ελλάδα πληθυσμός απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000. Υπάρχει Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το είδος (Καζαντζίδης & Ναζηρίδης 1999), που όμως δεν εφαρμόζεται. Έχουν γίνει και γίνονται προγράμματα για τη διατήρησή του, που περιλαμβάνουν παρακολούθηση του πληθυσμού και των απειλών, δράσεις ενη- μέρωσης-ευαισθητοποίησης, κλπ.

ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ

240

μέτρα διατήρησης που απαιτούνται: Εφαρμογή της νομοθεσίας και των ήδη θεσμο­θετημένων μέτρων διατήρησης στην πράξη, εντατική φύλαξη και εφαρμογή του Ε­θνικού Σχεδίου Δράσης για το είδος. Επέκταση ορισμένων Καταφυγίων Άγριας Ζωής και πιθανώς απαγόρευσεις/περιορισμοί του κυνηγιού της ασπρομέτωπης χήνας, σε συνδυασμό με αυστηρούς ελέγχους της λαθροθηρίας. Συνέχιση των δράσεων παρα­κολούθησης και ενημέρωσης-ευαισθητοποίησης και μετά τη λήξη των προγραμμάτων. Εξειδικευμένη έρευνα σχετικά με τις τροφικές συνήθειες και τη χρήση ενδιαιτημάτων.

Francolinus francolinus (Linnaeus, 1766) Φραγκολίνος, Black Francolin

25/10/2011

Francolinus francolinus (Linnaeus, 1766) Φραγκολίνος, Black Francolin

Κατηγορία κινδύνου στην Ελλάδα: Τοπικά Εκλιπόν RE ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC

Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Λόγω ανεπάρκειας επιστημονικών δεδομένων δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα την ακριβή κατανομή του φραγκολίνου στην Ελλάδα. Το είδος ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα (Pollard 1977), αλλά έκτο­τε ελάχιστοι ταξιδιώτες-φυσιοδίφες το κατέγραψαν στην χώρα μας, μεταξύ του 16ου και του 19ου αι. Πιο αξιόλογα από τα κείμενα αυτά θεωρούνται οι καταγραφές του είδους στη Σάμο (Tournefort 1717) και στην Κρήτη (Belon 1555), ενώ ο Bree (1859) αναφέρει ότι το είδος ήταν “κοινό” στη Σάμο, στη Λέσβο και στη Ρόδο. Στο βιβλίο του Tournefort, μάλιστα (Τόμος Ι, σ. 311), υπάρχει και χαλκογραφία ενός ενήλικου αρσενικού ατόμου, με λεζάντα ότι πρόκειται για “είδος πουλιού που συχνάζει στα έλη”, ενώ σε υποσημείωση (Τόμος ΙΙ, σ. 111) μας λέει ότι το πουλί αυτό ονομάζε­ται “ταγηνάρι”, ονομασία που προφανώς προέρχεται από τη λέξη “άτταγας”, την αρ­χαιοελληνική δηλ. ονομασία του συγκεκριμένου είδους (Handrinos & Akriotis 1997). Το 1902, ο Ούγγρος Frivaldzsky αναφέρει φραγκολίνους στην Κρήτη μεταξύ 1843 και 1845, χωρίς όμως να δίνει περισσότερα στοιχεία. Εάν αυτές οι πληροφορίες είναι σωστές, τότε το είδος έχει εκλείψει από την Ελλάδα εδώ και 160 χρόνια, οι τελευταίοι δε πληθυσμοί του πιθανόν να ζούσαν στην Κρήτη και στη Σάμο μέχρι τα μέσα του 19ου αι. (Χανδρινός 1992, Handrinos & Akriotis 1997).

Οικολογία: Είδος με κατακερματισμένη κατανομή, από την Κύπρο και το Ισραήλ μέ­χρι την Ινδία. Ζει συνήθως σε χαμηλά υψόμετρα, αλλά στο Νεπάλ φτάνει μέχρι το υψόμετρο των 2.000-2.500 μ. Συχνάζει σε περιοχές με πυκνή βλάστηση, ιδιαίτερα όταν αυτές γειτνιάζουν με ξέφωτα, κοιλάδες, μικρά ποτάμια κ.ά. Στην Κύπρο απα­ντάται σε περιοχές με μακκία βλάστηση κοντά σε ξεροπόταμους αλλά και σε καλλι­έργειες. Σύμφωνα με τον Tournefort (1717), το είδος σύχναζε στις ελώδεις εκτά­σεις της Χώρας Σάμου.

Summary: Due to inadequate scientific data, it is not possible to define the exact former status and distribution of the Black Francolin in Greece. The spe­cies, well known to the ancient Greeks (Pollard 1977), has being mentioned by a few naturalists, between the 16th and the 19th centuries. The most reliable records come from Samos island (Tournefort 1717) and Crete (Belon 1555). Bree (1859) also mentioned the species as “common” on the islands of Samos, Lesvos and Rhodes. In more recent years, Frivaldzsky (1902) report­ed the species from Crete between the years of 1843-1845, without, however, providing any more details. If this information is correct, Black Francolins were extinct from Greece more than 160 years ago, the last birds probably surviving on Crete and Samos until the early 19th century (Handrinos & Akriotis 1997).

Γιατί ήρθε ο Ζέρβας στο Γραικικό;

25/10/2011

Κάντε κλικ να το διαβάσετε σε μεγάλη εικόνα - αξίζει τον κόπο

Μαντεύετε φαντάζομαι. Απλά γιατί ήτανε το μόνο χωριό της περιοχής που δεν είχε καεί και ζη­τούσε κατάλυμα και να λύσει το πρόβλημα της διατροφής των ανταρ­τών του. Ώρα να τον ξυπνήσουμε τώρα, γιατί έχει δουλειά μισοτελει­ωμένη. Να πάει στο κάτω Γραικικό κατ’ αρχή, να εγκαταστήσει το Αρ­χηγείο του στο σπίτι του Λάμπρου Τριαντάφυλλου, να ανασυνάξει το ασκέρι του με τον Κομνηνό Πυρομάγλου και τους άλλους επιτελείς του, γιατί τα παλικάρια του σκάγανε μύτη, ξαναπαρουσιάζονταν, επειδή οι Γερμανοί είχαν απομακρυνθεί.

Πολλοί θυμούνται ακόμα το γλέντι και το χορό που έριξε ο Ζέρβας εκείνη την ημέρα στο καφενείο του Γιώργου-Λάμπρη (Γ. Τριαντάφυλλος, πατέρας του Λάμπρου) του γνωστού ριχτολόγου (μέντιουμ), πανελλή­νιας εμβέλειας, που με την αδιαμφισβήτητη εξυπνάδα του και πείρα, βοηθούσε τον κόσμο να ξεπεράσει τα προβλήματά του.

Όσον αφορά τις προβλέψεις του, των μελλούμενων να συμβούν, αυτό ήταν θέμα προσωπικό των πελατών, της παιδείας τους. Στις δέ­κα πιθανές περιπτώσεις να συμβεί κάτι στο μέλλον, αν μία έβγαινε σω­στή, αυτή μετρούσε, αυτό θαύμαζε ο κόσμος, οι άλλες ξεχνιούνταν. Αυ­τό μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε ο ίδιος, όταν ήταν προς τα τελευταία του. Ήταν όμως και φίλος του πατέρα μου, με εμπιστευόταν.

Εκεί, λοιπόν, στο καφενείο του Γιώργου-Λάμπρη – Τριαντάφυλλου άρχισαν να χορεύουν με το γραμμόφωνο (κάθε σοβαρό καφενείο τότε διέθετε και γραμμόφωνο με χωνί!), επειδή ίσως δεν είχαν πλάκα/δίσκο με το τραγούδι της επιθυμίας του Ζέρβα, γΓ αυτό κάλεσαν την τοπική

Ο Νίκο Μπούκας και ο Μήτσο Πεταλάς.

κομπανία, τον ξακουστό τότε σε όλη την περιοχή Λία-Μπούκα στο κλα­ρίνο, με τους αξεπέραστους δεξιοτέχνες Νίκο-Μπουκα στο βιολί και Μήτσο-Γληγόρη (Γεωργίου) στο λαούτο. Σίγουρα θα ήταν και ο Μήτσο- Πεταλάς, ο παλιός, με το ντέφι, δεν έλειπε αυτός από κάτι τέτοια. Δεν το… καρατσεκάρισα αυτό. Και το τραγούδι της επιθυμίας του Ζέρβα; «Έχετε γειά βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες», το γνωστό τραγούδι του Ζαλόγγου. Να σήμαινε κάτι αυτό; Τι ψάχνουμε τώρα! Ο Αλέκος Πα­παδόπουλος, το γνωστό πρωτοπαλίκαρο και δεξί χέρι του Ζέρβα, στα απομνημονεύματά του περιγράφει και σχολιάζει το γεγονός αυτό, το γλέντι, το χορό του Ζαλόγγου του Ζέρβα, όταν πήγε και τον συνάντησε με τους αντάρτες του στο Γραικικό. Περιγράφει όμως και κάτι άλλο, που είναι χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των ημερών εκείνων:

«Εις μίαν δε στιγμήν συγκινήσεως εξερράγη (ο Ζέρβας) και (μου) εί­πε «Ένα ακόμη τμήμα αν έχω σαν το δικό σου θα νικήσω τους Εαμίτες». Για τους Γερμανούς δεν είπε τίποτε. Αν έλεγε θα τόγραφε ο Αλέκος Πα­παδόπουλος, κατά το συνήθειο του.

Και μετά; Τί έκανε ο Ζέρβας; Πήγε να αποτελειώσει την μισοτελει­ωμένη δουλειά. Ενώ οι Γερμανοί βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή των Τζουμέρκων ο Ζέρβας μετακινήθηκε προς Βουλγαρέλι (Δροσοπηγή) και επιτέθηκε κατά του Αρη, στην ίδια περίπου περιοχή. Πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου ’43. Για να έχει αυτός το πλεονέκτημα, επιτεθέμενος πρώτος γιατί ήταν σίγουρο ότι και ο Αρης τα ίδια, σκεφτόταν, ένα σκο­πό είχε: να επιτεθεί και να διαλύσει τον ΕΔΕΣ.  Βρε κάτι συμπτώσεις!

Απόσπασμα και εικόνα από το βιβλίο “Ανεμοστρόβιλος στα Τζουμέρκα” του Σ. Καραβασίλη.   Παλιότερο απόσπασμα έχω ξανανεβάσει εδώ.

Νομικό καθεστώς προστασίας πουλιών στην Ελλάδα – εφαρμογή

24/10/2011

Σε γενικές γραμμές η νομοθεσία αυτή καθώς και η εφαρμογή της κρίνονται ιδιαίτερα προβληματικές για τρεις κύριους λόγους:

α) Το ισχύον νομικό καθεστώς είναι τουλάχιστον ανεπαρκές: Οι σχετικές διατάξεις είναι αποσπασματικές, ασαφείς, γενικόλογες, ελλιπείς, αναχρονιστικές και συχνά α­ντιφατικές. Η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ, το πληρέστερο και ισχυρότερο νομικό εργα­λείο για την προστασία των πουλιών και των ενδιαιτημάτων τους, δεν έχει ακόμη (εδώ και 30 σχεδόν χρόνια) ενσωματωθεί πλήρως στο εθνικό δίκαιο, πλην των δι­ατάξεων που αφορούν το κυνήγι, όπου και εκεί όμως υπάρχουν ασάφειες, σοβαρά κενά, αντιφάσεις και ρυθμίσεις που κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην αειφορική διαχείριση των θηραματικών ειδών.

Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία πρόβλεψη για την ου­σιαστική προστασία των απειλούμενων ειδών (ανυπαρξία σχετικού καταλόγου ειδών, απουσία συγκεκριμένων οριζόντιων και εξειδικευμένων ανά είδος/βιότοπο μέτρων διαχείρισης, ελέγχου εφαρμογής, ποινών κλπ), ενώ για την προστασία των “Σημα­ντικών για τα Πουλιά Περιοχών” (δίκτυο ΖΕΠ/Natura 2000) εφαρμόζονται οι δια­τάξεις του Ν.1650/86 “για την προστασία του περιβάλλοντος”, που όμως απαιτούν εξαιρετικά χρονοβόρες και συχνά ατελέσφορες διαδικασίες. Εξίσου χρονοβόρα εί­ναι και η εφαρμογή της αντίστοιχης δασικής νομοθεσίας, που σε ό,τι αφορά τους βιοτόπους υλοποιείται κυρίως με τη μορφή των Καταφυγίων Άγριας Ζωής (ΚΑΖ).

β) Ακόμη όμως και η υπάρχουσα, ανεπαρκής, νομοθεσία ελάχιστα εφαρμόζεται σε ό,τι αφορά τα πουλιά και τα ενδιαιτήματά τους, λόγω της έλλειψης εκ μέρους της Πολιτείας της πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή της. Παρά το γεγονός ότι η κα­τάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το παρελθόν, αυτό φαίνεται να οφείλεται όχι σε πρωτοβουλίες της ίδιας της Πολιτείας, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στις πιέσεις εκ μέρους της Ε.Ε. και των περιβαλλοντικών οργανώσεων στην Ελλάδα, καθώς και στη σχετική εις βάρος της Διοίκησης νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοι­νοτήτων και του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Είναι, για παράδειγμα, χαρακτηριστικό ότι ενώ η χώρα μας έχει επίσημα ενημερώσει την Ε.Ε. ότι 163 από τις 196 ελληνικές ΣΠΠ τελούν ήδη υπό καθεστώς προστασίας, πουθενά στην ισχύουσα νομοθεσία δεν υπάρχει ο κατάλογος των ΖΕΠ αυτών, πολύ δε περισσότερο δεν αναφέρονται αναλυτικές και συγκεκριμένες ρυθμίσεις και μέ­τρα εφαρμογής για τη διαχείριση και προστασία τους. Παράλληλα, ο επιτυχημένος σε άλλες χώρες θεσμός των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (καθιε­ρώθηκαν με το Ν. 2742/99) δείχνει να καρκινοβατεί, λόγω ακριβώς της ατολμίας της Πολιτείας να αναθέσει στους φορείς αυτούς τις ουσιαστικές και αποφασιστικές αρ­μοδιότητες που απαιτεί η έννοια της διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής.

γ) Αν και η κύρια ευθύνη για την προστασία των πουλιών και των ενδιαιτημάτων τους ανήκει στα Υπουργεία ΠΕΧΩΔΕ και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, στην Ελλάδα υπάρχει πολυδιάσπαση φορέων (κεντρική διοίκηση, Περιφέρειες, Νομαρχιακή Αυτο­διοίκηση κ.ά.), αλλά και ελλιπέστατη στελέχωσή τους με ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό. Αυτό, σε συνδυασμό με ασάφειες και αντιφάσεις ως προς τις αρμοδιότη­τες, καταλήγει σε αναποτελεσματικότητα, συχνά δε και αβελτηρία, ως προς την εφαρ­μογή της νομοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πλήρως θεσμοθετημένος βιό­τοπος της Λ. Κορώνειας (υγρότοπος Ραμσάρ, περιοχή ΖΕΠ/Natura 2000 με Φορέα Διαχείρισης, ΚΑΖ κ.ά.) που, ενώ έχει σχεδόν εξαφανιστεί, οι συναρμόδιοι φορείς (Νο­μαρχία Θεσσαλονίκης, ΓΓ Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ΥΠΕΧΩΔΕ κ.ά.) ακό­μη ερίζουν για την αρμοδιότητα λήψης επανορθωτικών διαχειριστικών μέτρων. Είναι συνεπώς σαφές ότι χωρίς την εκπόνηση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το δίκτυο των ΖΕΠ και τον άμεσο εκσυγχρονισμό του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, σε συνδυασμό με την αναδιάταξη των αρμοδιοτήτων των διαφόρων φορέων κλπ., είναι εξαιρετικά δυσχερής, ίσως και ανέφικτη, η λήψη συγκεκριμένων μέτρων προ­στασίας έτσι ώστε να επιτευχθεί η ανάσχεση των αρνητικών πληθυσμιακών τάσεων των ειδών του Κόκκινου Βιβλίου στην Ελλάδα και η βελτίωση της κατάστασής τους.

3.4.4. τελικά συμπεράσματα

Τα κυριότερα συμπεράσματα που αφορούν τα πουλιά στο παρόν Κόκκινο Βιβλίο θα

μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Ο συνολικός κατάλογος των πουλιών της ελληνικής ορνιθοπανίδας αριθμεί σήμερα (31/8/2009) 442 είδη.
  • • Στο παρόν Κόκκινο Βιβλίο καταχωρίζονται 122 είδη πουλιών (το 27,7% του συνό­λου), σε 7 από τις 9 κατηγορίες της IUCN. Εξήντα δύο από αυτά τα είδη (ποσοστό 50 %) κατετάγησαν στις τρεις κατηγορίες κινδύνου (CR, EN και VU), ενώ ένα μό­νο είδος στην κατηγορία RE.
  • Υπήρξαν προβλήματα στην αξιολόγηση πολλών ειδών με σκοπό την τελική έντα­ξή τους ή μη σε μια από τις κατηγορίες, λόγω του ότι οι ισχύουσες κατηγορίες και τα κριτήρια της IUCN προϋποθέτουν πολύ καλό επίπεδο γνώσεων (κυρίως πλη­θυσμιακά δεδομένα) για τα είδη.
  • • Στην πλειονότητα τους τα πουλιά του Κόκκινου Βιβλίου ανήκουν σε είδη που ανα­παράγονται (επιδημητικά και καλοκαιρινοί επισκέπτες) στην Ελλάδα.
  • Τα υδρόβια/παρυδάτια (45 είδη) και τα αρπακτικά (30 είδη) αποτελούν τις δυο πολυπληθέστερες ομάδες του συνόλου των ειδών του Κόκκινου Βιβλίου.
  • Για 31 είδη (50% των ειδών που έχουν ενταχθεί στις τρεις κατηγορίες κινδύνου) καταγράφονται πολύ αρνητικές ή αρνητικές πληθυσμιακές τάσεις.
  • • Αναγνωρίστηκαν 10 κύρια προβλήματα/απειλές για τα 62 είδη των τριών κατηγο­ριών κινδύνου. Η πλειονότητα των απειλών έχει ανθρωπογενή αίτια.
  • • Οι 4 σοβαρότερες απειλές των ειδών αυτών (με σειρά ιεράρχησης) είναι: α) υπο­βάθμιση/καταστροφή ενδιαιτημάτων, β) ρύπανση, φυτοφάρμακα, δηλητηριασμέ­να δολώματα κ.ά., γ) όχληση και δ) κυνήγι (κυρίως το παράνομο), σύλληψη κ.ά.
  • Η μεγάλη πλειονότητα των ειδών κινδυνεύει από συνδυασμό 3-4 ή και περισσό­τερων προβλημάτων/απειλών.
  • • Το ισχύον σήμερα στην Ελλάδα νομικό πλαίσιο για την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα ανεπαρκές και αναποτε­λεσματικό.

ΟΡΝίθΟΜΟΡΦΑ, ΔΑΣΟΒίΑ Κ.Α. ΕίΔΗ ΠΟΥΛΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

23/10/2011

Δεν πρόκειται για πραγματική ομάδα με κοινά βιολογικά/οικολογικά χαρακτηριστικά, αλλά για ένα ετερόκλητο σύνολο ειδών, για το οποίο δύσκολα μπορούμε να οδηγη­θούμε σε γενικεύσεις. Ο όποιος σχολιασμός δεν μπορεί να τα αφορά συνολικά, αλ­λά θα πρέπει αναγκαστικά να γίνουν κάποιες διαφορετικού τύπου ομαδοποιήσεις.

Γενική παρατήρηση είναι ότι για τα περισσότερα από αυτά τα είδη, και ιδίως για τα μικρότερα σε μέγεθος, δεν διαθέτουμε αρκετά λεπτομερή ή και ποσοτικά στοιχεία αξιολόγησης των πραγματικών απειλών που αντιμετωπίζουν. Για το λόγο αυτό, κά­ποια είδη της ομάδας αυτής καταχωρίστηκαν, αναπόφευκτα, ως “Ανεπαρκώς Γνω­στά” (DD), ενώ και για όσα τελικώς γίνεται εφικτή η κατάταξη σε κάποια κατηγορία κινδύνου αυτό γίνεται με μεγάλο βαθμό εικασίας σε πολλές περιπτώσεις, λόγω πε­ριορισμένων δεδομένων.

Με την εξαίρεση της ψαθοποταμίδας (Acrocephalus melanopogon), που ουσιαστι­κά είναι το μόνο καθαρά υγροτοπικό είδος το οποίο απειλείται κυρίως από την α­πώλεια και συρρίκνωση του ενδιαιτήματός του (της παρόχθιας δηλαδή υδροχαρούς βλάστησης ορισμένου τύπου), όλα τα άλλα είδη της παρούσας ομάδας είναι είδη που απαντώνται σε ένα ευρύ φάσμα χερσαίων βιοτόπων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρύτητα και σοβαρότητα των απειλών που αντιμετωπί­ζουν παρουσιάζουν τα τρία ορνιθόμορφα είδη (τάξη Galliformes). Ο φασιανός εκπρο­σωπείται πλέον στην Ελλάδα από έναν μοναδικό υπολειμματικό πληθυσμό, σε ένα επίσης μοναδικό και υπολειμματικό ενδιαίτημα (το υδροχαρές δάσος Κοτζά Ορμάν, στο Δέλτα Νέστου). Το μέλλον του είδους αυτού, κατά συνέπεια, κρέμεται από μια κλωστή, εξαρτάται δε και από τη συνολική διατήρηση και διαχείριση του δάσους και της περιοχής γύρω από αυτό, αλλά και από τις στρατηγικές εκτροφής του είδους στην αιχμαλωσία και την απελευθέρωση του, θέματα ιδιαίτερα περίπλοκα. Η πετροπέρδι­κα έχει υποστεί και υφίσταται αυξανόμενη σοβαρή θηρευτική πίεση, ενώ η γενετική της καθαρότητα έχει σοβαρά διαταραχτεί τοπικά από τον υβριδισμό της με τη νησιω­τική πέρδικα, εξαιτίας ανεύθυνων χειρισμών τόσο της Δασικής Υπηρεσίας όσο και των κυνηγετικών οργανώσεων. Η πεδινή πέρδικα, τέλος, απειλείται κυρίως από την εντατικοποίηση της γεωργίας, την αλλαγή του αγροτικού τοπίου και τη λαθροθηρία.

Τα τυπικά δασόβια είδη βορειο-κεντροευρωπαϊκής προέλευσης, όπως ο αιγωλιός, η δασόκοτα και ο αγριόκουρκος, απαντώνται κυρίως σε μικρούς πληθυσμούς, σε πυκνά δάση βορειοευρωπαϊκού χαρακτήρα της Ροδόπης ή σε μερικά ακόμη ψηλά βουνά. Και τα τρία αυτά είδη απειλούνται από την κακή εφαρμογή των σύγχρονων μεθόδων δασικής εκμετάλλευσης (ο δε αγριόκουρκος και από τη λαθροθηρία). Οι κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν είναι ενδογενείς, κυρίως δημογραφικής φύσης, και οφείλονται στις χαμηλές πληθυσμιακές τους πυκνότητες και τη μεγάλη απόστα­ση από γειτονικούς πληθυσμούς. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή, με την επακόλου­θη λειψυδρία και την αύξηση των μέσων θερμοκρασιών, αναμένεται να τα επηρεά­σει επιπρόσθετα, συρρικνώνοντας την εξάπλωσή τους προς το βορρά.

Οι δρυοκολάπτες απειλούνται επίσης κατά κύριο λόγο από τις ισχύουσες πρακτικές δασοπονικής διαχείρισης, που ενδιαφέρεται κυρίως για τη μεγιστοποίηση της από­ληψης του ξυλαποθέματος και έτσι απομακρύνει τα γέρικα, παλιά, δύσμορφα, ασθε­νικά, σάπια και κατακείμενα δέντρα, αφαιρώντας έτσι από τα είδη αυτά κατάλληλες θέσεις φωλιάσματος και σημαντικές πηγές τροφής. Την ίδια βασική απειλή αντιμετω­
πίζει και ο δρυομυγοχάφτης (Ficedula semitorquata), που επίσης χρησιμοποιεί τρύ­πες σε δέντρα για να φωλιάσει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χαλκοκουρούνα, η ο­ποία όμως απειλείται επιπλέον και από τη σταδιακή αλλαγή στα αγροτικά οικοσυ­στήματα, με την εξαφάνιση των μικτών γεωργο-κτηνοτροφικών τρόπων χρήσης, και στα σχετικά τοπία και ενδιαιτήματα. Στα νησιά η δόμηση μειώνει τις τελευταίες ε­κτάσεις που διαθέτουν είδη δέντρων κατάλληλα για τη χαλκοκουρούνα.

Πολλά είδη, όπως η πεδινή πέρδικα, η γαλιάντρα (Melanocorypha calandra), ο δι- πλοκεφαλάς (Lanius excubitor), ο σταχτοκεφαλάς (L. minor), ο παρδαλοκεφαλάς (L. nubicus) και η σιταρήθρα (Alauda arvensis), αποτελούν ένα μεγάλο αν και ετε­ρόκλητο σύνολο που ευνοούνταν από τις οικολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες (οικότοποι, τοπία) έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί από τις εκτατικές “παραδοσιακές” χρήσεις γης, μικτής γεωργο-κτηνοτροφικής μορφής. Τα ενδιαιτήματα αυτά επηρεά­ζονται πλέον σοβαρά από την εντατικοποίηση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων: αλ­λαγές καλλιεργειών, μείωση δημητριακών, μείωση φυσικών φραχτών και μεμονωμέ­νων δέντρων, μείωση βοσκοτόπων με χαμηλή βλάστηση, αλλαγή κάλυψης, κυρίως λόγω της δόμησης, ιδιαίτερα σε περιαστικές αγροτικές περιοχές, χρήση αγροχημι- κών κλπ. Πρόκειται δηλαδή για συρρίκνωση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων, οι επι­πτώσεις της οποίας στη συνέχεια επιδεινώνονται από τα δημογραφικά συμπτώματα της συρρίκνωσης των πληθυσμών και τον γενικότερο κατακερματισμό της υπαίθρου. Είναι ήδη γνωστό ότι η πλειονότητα των πουλιών των αγροτικών οικοσυστημάτων (α­κόμη και των πιο κοινών και πολυάριθμων ειδών) αντιμετωπίζει σοβαρότατα προ­βλήματα πληθυσμιακής μείωσης και γεωγραφικής συρρίκνωσης στη Δ. Ευρώπη.

Για κάποια είδη, όπως ο γερακοτσιροβάκος (Sylvia nisoria), ο αιγαιοτσιροβάκος (S. rueppelli), ο αμμοπετρόκλης (Oenanthe isabellina), το φασσοπερίστερο (Columba oenas), η κοκκινοκαλιακούδα, η λιοστριτσίδα κ.ά., η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτουμε ακόμα επαρκή δεδομένα έτσι ώστε να κατανοήσουμε με ακρίβεια τις αιτίες μείωσης τους, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κ.ά. Πιθανόν και εδώ οι απειλές να είναι εν­δογενείς και να σχετίζονται πλέον περισσότερο με τους μικρούς, αραιούς ή και κατα­κερματισμένους πληθυσμούς και την περιορισμένη εξάπλωσή τους στην Ελλάδα.

Τέλος, τα δύο είδη ασιατικής κυρίως κατανομής που υπάρχουν σε απομονωμένους πληθυσμούς στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (τουρκοτσοπανάκος και σμυρ- νοτσίχλονο) αντιμετωπίζουν κυρίως κίνδυνο σοβαρής πληθυσμιακής μείωσης που πιθανόν να προκληθεί από τυχαία και απρόβλεπτα γεγονότα, όπως πυρκαγιές μεγά­λης κλίμακας.

Συμπερασματικά:

  • • Τα πραγματικά, ποσοτικά δεδομένα που έχουμε σχετικά με την τεκμηρίωση των α­πειλών είναι σχετικά ισχνά και λίγα.
  • • Για την πλειονότητα των γενικώς μικρόσωμων αυτών ειδών οι βασικές απειλές φαί­νεται να σχετίζονται με τη συρρίκνωση των ενδιαιτημάτων τους, που οφείλεται κυ­ρίως στην εντατικοποίηση της γεωργίας και τις συνεπαγόμενες αλλαγές στα αγρο­τικά τοπία.
  • • Τα δασόβια επηρεάζονται από την αλλοίωση των ενδιαιτημάτων τους, που οφείλε­ται στις εφαρμοζόμενες δασοπονικές πρακτικές, που έχουν στόχο τη μεγιστοποί­ηση παραγωγής ξύλου.
  • Για κάποια είδη σημαντικότερες πλέον είναι οι ενδογενείς, δημογραφικού τύπου απειλές, που σχετίζονται με μικρούς, αραιούς ή και κατακερματισμένους πληθυ­σμούς και περιορισμένη εξάπλωση, προερχόμενες τόσο από την αναμενόμενη δη­μογραφική εξέλιξη όσο και από τυχαίες καταστροφές, όπως οι πυρκαγιές.
ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ

234

Τέλος, η αφθονία και η εξάπλωση πολλών από αυτά τα είδη στην Ελλάδα είναι πο­λύ πιθανό να επηρεαστούν από την κλιματική αλλαγή.

ΥΔΡΟΒΙΑ, ΠΑΡΥΔΑΤΙΑ, ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙΑ

22/10/2011

Από το σύνολο των ειδών που εντάσσονται σε κάποιες από τις κατηγορίες κινδύνου του Κόκκινου Βιβλίου, τα 58 (ποσοστό 47,5%) σχετίζονται άμεσα με τους υγροτό­πους. Τα 15 από αυτά είναι υδρόβια είδη των οικογενειών Anatidae (13 είδη) και Pelecanidae (2 είδη). Από τα υπόλοιπα, τα 39 είδη είναι Χαραδριόμορφα (Τάξη Charadriiformes) (30 των παρυδάτιων οικογενειών, Ardeidae, Threskiorn ith idae, Ciconiidae, Charadriidae, Recurvirostridae, Burhinidae, Glareolidae και Scolopacidae, και 9 είδη γλάρων και γλαρονιών της οικογένειας Laridae και 4 τυπικά θαλασσοπού­λια (των οικογενειών Procellariidae, Hydrobatidae και Phalacrocoracidae).

Σε γενικές γραμμές, η ομάδα των πουλιών που ζουν στους υγροτόπους είναι από τις πλέον μελετημένες στην Ελλάδα (Kazantzidis 2007). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τα πάντα γι’ αυτά. Για ορισμένα είδη, όπως η λαγγόνα, ο αργυροπε- λεκάνος, η νανόχηνα, η λεπτομύτα και ο αιγαιόγλαρος, υλοποιήθηκαν έρευνες, εκ­πονήθηκαν σχέδια δράσης και εφαρμόστηκαν δράσεις προστασίας, με αποτέλεσμα να έχουμε μια καλύτερη εικόνα, ενώ για τα υπόλοιπα οι γνώσεις μας παραμένουν μάλλον περιορισμένες.

Όλα τα πουλιά των υγροτόπων φαίνεται να αντιμετωπίζουν λίγο πολύ κοινά προβλή­ματα και απειλές, για αυτόν δε το λόγο στις περισσότερες περιπτώσεις ο τρόπος α­ντιμετώπισης των προβλημάτων είναι παρόμοιος. Ωστόσο, υπάρχουν διαφοροποιή­σεις μεταξύ των ειδών και είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι, ενώ κάποια είδη αντι­μετωπίζουν μια μεγάλη ποικιλία προβλημάτων, για αρκετά άλλα οι απειλές είναι πο­λύ πιο ειδικές. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε ομάδα πουλιών από τα υδρόβια, τα παρυδά­τια και τους γλάρους-θαλασσοπούλια συνοψίζεται ξεχωριστά.

> Υδρόβια: Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα υδρόβια πουλιά είναι η υποβάθμιση και η καταστροφή των ενδιαιτημάτων διατροφής ή αναπαραγωγής τους. Αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στην επέκταση των ανθρώπι­νων δραστηριοτήτων στα φυσικά οικοσυστήματα ακόμη κι αν αυτά είναι προστατευ­μένα, προκαλώντας αλλοιώσεις που σταδιακά γίνονται σοβαρές για τα είδη που εν- διαιτώνται εκεί. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ σε ό,τι αφορά ορισμένους τύπους οικοτόπων προτεραιότητας όπως τα υγρολίβαδα, τα έλη ρηχού γλυκού νερού, οι αλ- μυρόβαλτοι κ.ά., των οποίων η συνεχιζόμενη ταχεία συρρίκνωση ή και πλήρης εξα­φάνιση από την Ελλάδα έχει ήδη δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε είδη όπως η χαλκόκοτα και η βαλτόπαπια.

Η ρύπανση των νερών φαίνεται να αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες της υποβάθμι­σης των παράκτιων και των εσωτερικών υγροτόπων. Αυτή προέρχεται κατά κύριο λόγο από τα υπολείμματα γεωργικών φαρμάκων, που κατά κόρον χρησιμοποιούνται στη γεωργία περιφερειακά των υγροτόπων ή και μακριά από αυτούς (Albanis et al. 1994b). Ρύποι που εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα των υγροτόπων καταλήγουν στα πουλιά, τα οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, αποτελούν τους κορυφαίους καταναλωτές αυτών των οικοσυστημάτων (Albanis et al. 1994a). Σε πολλές παρά­κτιες περιοχές η ρύπανση οφείλεται στις πετρελαιοκηλίδες, αλλά πολύ επιβαρυντι­κή για τα πουλιά φαίνεται να είναι και η ρύπανση που προέρχεται από τα αστικά λύ­ματα και απόβλητα των εργοστασίων, τελικοί αποδέκτες των οποίων είναι οι ποτα­μοί και οι εσωτερικοί υγρότοποι (λίμνες, έλη, βάλτοι).

Ενδογενή και δημογραφικής φύσης προβλήματα που οφείλονται σε μικρούς και α­πομονωμένους πληθυσμούς αντιμετωπίζουν 10 τουλάχιστον είδη, με πλέον χαρα­κτηριστικά παραδείγματα τους πολύ μικρούς και φθίνοντες πληθυσμούς της σταχτό- χηνας και του χηνοπρίστη. Παρόμοιες απειλές αντιμετωπίζει η νανόχηνα, που δια­χειμάζει στους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας, αλλά και το κεφαλούδι, που δια­χειμάζει κυρίως στους υγροτόπους της Θράκης και ιδιαίτερα στη Βιστωνίδα.

ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ

230

Οι τυχαίοι θάνατοι των υδρόβιων πουλιών φαίνεται ότι απειλούν τον πληθυσμό τουλά­χιστον 10 ειδών. Ως τυχαίοι θάνατοι θεωρούνται αυτοί που προκαλούνται από τη λα­θροθηρία, φαινόμενο που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα υδρόβια, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των θηρεύσιμων ειδών, η παγίδευση σε δίχτυα ή άλ­
λα αλιευτικά εργαλεία, καθώς και η πρόσκρουση σε πυλώνες, κτήρια ή καλώδια.

Μια επιπλέον συνέπεια της επέκτασης της ανθρώπινης δραστηριότητας σε βάρος των φυσικών οικοσυστημάτων είναι η όχληση, που επηρεάζει αρνητικά πολλές από τις φυσιολογικές λειτουργίες των πουλιών (προβλήματα κατά την περίοδο φωλιά- σματος, δυσκολίες στην τροφοληψία κ.ά.). Η όχληση σε πολλές περιπτώσεις οφεί­λεται στον ανεξέλεγκτο τουρισμό, που αναπτύσσεται χωρίς προγραμματισμό ή έλεγ­χο στις υγροτοπικές περιοχές, ακόμη και σε αυτές που έχουν χαρακτηριστεί ως “προστατευόμενες”, όπως στην περίπτωση της Λ. Κερκίνης, αλλά και σε άλλες δρα­στηριότητες του πρωτογενούς τομέα (αλιεία, κτηνοτροφία, κ.ά.)

Το κυνήγι εκτιμάται ότι απειλεί το διαχειμάζοντα πληθυσμό τουλάχιστον δύο ειδών που περιλαμβάνονται μεταξύ των θηρεύσιμων (καπακλής Anas strepera και σαρσέ- λα A. querquedula), αν και μάλλον απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για τον εντοπι­σμό των αιτιών της μείωσης των πληθυσμών τους. Ουσιαστικά όμως το κυνήγι στα υγροτοπικά οικοσυστήματα προκαλεί και άλλα προβλήματα, όπως τη γενικότερη ό­χληση των μη θηρεύσιμων ειδών, το θάνατο (κατά λάθος ή λόγω λαθροθηρίας) α­πειλουμένων ειδών που μοιάζουν με άλλα των οποίων επιτρέπεται το κυνήγι (νανό- χηνα, κοκκινόχηνα, βαλτόπαπια κ.ά.), τη μολυβδίαση από τα σκάγια κλπ.

Φυσικές καταστροφές όπως η ανομβρία, που μπορεί να οδηγήσει στην αποξήραν­ση μικρών υγροτόπων γλυκού νερού, αποτελούν συχνά απειλή για τους πληθυσμούς ορισμένων ειδών, όπως της βαλτόπαπιας, της βαρβάρας και του καπακλή.

> Παρυδάτια: Η απώλεια και η υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων φαίνεται να είναι οι σημαντικότερες απειλές γι’ αυτή την κατηγορία πουλιών. Απώλεια ή υποβάθμιση ανα­φέρεται τόσο στις περιοχές διατροφής ειδών όπως η αβοκέτα (Recurvirostra avosetta), το νεροχελίδονο (Glareola pratincola), ο μαυροπελαργός (Ciconia nigra), η πετρο- τουρλίδα (Burhinus oedicnemus) και η αγκαθοκαλημάνα (Vanellus spinosus) όσο και στις περιοχές φωλεοποίησης αποικιακά φωλιαζόντων ειδών, όπως οι ερωδιοί, ό­που ο περιορισμός των παραλίμνιων ή παραποτάμιων δασών αποτελεί μια πολύ σο­βαρή απειλή. Ιδιαίτερα για τους ερωδιούς, οι περισσότερες περιοχές διατροφής φαί­νεται να αντικαθίστανται από ορυζώνες. Οι ορυζώνες ναι μεν αποτελούν σημαντικό χώ­ρο τροφοληψίας για τα είδη αυτά αλλά και εδώ η χωρίς έλεγχο χρήση γεωργικών φαρ­μάκων προκαλεί επιπλέον προβλήματα στην εξεύρεση τροφής (Albanis et al. 1996).

Μια από τις κύριες αιτίες της υποβάθμισης των ενδιαιτημάτων των παρυδάτιων που­λιών αποτελεί η ρύπανση των νερών, που φαίνεται να αποτελεί απειλή για τουλάχι­στον 14 είδη αυτής της κατηγορίας. Περισσότερο ευάλωτα φαίνεται να είναι τα εί­δη που ενδιαιτώνται αποκλειστικά σε υγροτόπους γλυκών νερών, όπου η ρύπανση από υπολείμματα γεωργικών φαρμάκων είναι εντονότερη. Τέτοια είδη είναι η χαλκό- κοτα, ο πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides) και ο νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax) (Albanis et al. 1996, Goutner et al. 2001, Goutner & Furness 1997, Goutner et al. 2005).

Μια επιπλέον απειλή, κυρίως για τα παρυδάτια είδη που φωλιάζουν στο έδαφος (α- βοκέτες, πετροτουρλίδες, γλαρόνια), είναι οι θηρευτές που προξενούν ζημιές στις αποικίες τρώγοντας αβγά ή νεοσσούς. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τόσο άλλα είδη πουλιών, όπως οι μεσογειακοί ασημόγλαροι, όσο και οικόσιτα ζώα (κυρίως σκυλιά), που συχνά αφήνονται ελεύθερα στους υγροτόπους. Ο ανταγωνισμός για τις θέσεις φωλεοποίησης, τον οποίο αντιμετωπίζουν οι ερωδιοί, η χαλκόκοτα και η χουλιαρο- μύτα (Platalea leucorodia) από τους κορμοράνους (Phalacrocorax carbo), θεωρεί­ται ένα ακόμη πρόβλημα: Ο πληθυσμός των κορμοράνων αυξάνει ταχύτατα τα τε­λευταία έτη, με συνέπεια την κατάληψη από αυτούς των περιορισμένων θέσεων φω­λεοποίησης στα λίγα διαθέσιμα παρόχθια δάση.

Οι φυσικές καταστροφές, όπως η ξηρασία, που μπορεί να οδηγήσει στην αποξήραν­ση μικρών υγροτόπων που αποτελούν περιοχές διατροφής αρκετών ειδών, φαίνεται ότι απειλούν τα είδη που συνδέονται περισσότερο με τα ενδιαιτήματα γλυκού νερού.

Όσον αφορά, τέλος, το πλέον απειλούμενο είδος στην Ευρώπη, τη λεπτομύτα, φαί­νεται ότι ελάχιστα είναι γνωστά και ενδεχομένως οι γενικότερες επεμβάσεις στα εν­
διαιτήματα του είδους και οι αυξημένες πιθανότητες λαθροθηρίας, ιδιαίτερα στο ε­ξωτερικό, εξαιτίας της ομοιότητάς του με άλλα συγγενικά είδη παρυδάτιων πουλιών με τα οποία συνυπάρχει είναι οι κυριότερες αιτίες για τις οποίες το είδος αυτό θε­ωρείται άμεσα κινδυνεύον.

> Γλάροι, γλαρόνια, θαλασσοπούλια: Σε αυτή την κατηγορία, αν εξαιρέσει κανείς τα τυπικά πουλιά της θάλασσας και των βραχονησίδων, τα υπόλοιπα είδη, δηλαδή τα γλαρόνια και οι γλάροι, αντιμετωπίζουν τα ίδια περίπου προβλήματα με αυτά των υδρόβιων και παρυδάτιων ειδών.

Έτσι η καταστροφή ή υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων αναπαραγωγής και διατροφής, κυρίως στους παράκτιους υγροτόπους, είναι απειλή που αντιμετωπίζουν όλα τα εί­δη αυτής της ομάδας. Οι ανθρώπινες άμεσες ή έμμεσες ενέργειες είναι η κύρια αι­τία αυτής της υποβάθμισης. Η ρύπανση, οι επιχωματώσεις αλλά και η απόθεση α­πορριμμάτων είναι από τις αιτίες της υποβάθμισης των παράκτιων ενδιαιτημάτων για τα γλαρόνια (Goutner et al. 1997). Ειδικές περιπτώσεις περιορισμού της έκτασης των ενδιαιτημάτων αναπαραγωγής για ορισμένα είδη αποτελεί η συρρίκνωση της έ­κτασης των νούφαρων σε ορισμένες λίμνες της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Κερκίνη, και αυτός φαίνεται ότι είναι η κύρια αιτία της μείωσης του αναπαραγόμενου πληθυ­σμού του μαυρογλάρονου και του μουστακογλάρονου (Chlidonias hybrida).

Μια σοβαρή απειλή που αντιμετωπίζουν τα είδη που φωλιάζουν σε νησίδες, αμμο- νησίδες και ακτές είναι η διάβρωση. Αυτή προκαλεί τη σταδιακή καταστροφή των νησίδων ή των ακτών και οφείλεται, κατά πάσα πιθανότητα, στη μειωμένη ποσότη­τα φερτών υλών, που αποτίθενται στις ακτές από τους ποταμούς. Ο λόγος της μει­ωμένης ποσότητας των φερτών είναι η κατακράτησή τους στα φράγματα, που τα τε­λευταία χρόνια κατασκευάστηκαν σε πολλούς ποταμούς της χώρας μας.

Φυσικά φαινόμενα όπως οι θαλασσοταραχές διαβρώνουν ακόμη περισσότερο τις, χρόνο με το χρόνο, όλο και πιο σαθρές αυτές νησίδες και συχνά πλημμυρίζουν τις φωλιές με τα αβγά ή τους νεοσσούς, καταστρέφοντας ολόκληρες αποικίες και ε­ντείνοντας έτσι το πρόβλημα των μικρών πληθυσμών των νανογλάρονων (Sternula albifrons), των χειμωνογλάρονων (S. sandvicensis), των γελογλάρονων (Gelochelidon nilotica), των λεπτόραμφων γλάρων (Chroicocephalus genei) ή ακόμη και των μαυ- ροκέφαλων γλάρων (Larus melanocephalus).

Οι τυχαίοι θάνατοι, αν και δεν αφορούν τα γλαρόνια και τα περισσότερα είδη γλά­ρων, φαίνεται ότι είναι μια σοβαρή αιτία μείωσης των πληθυσμών των θαλασσοπου­λιών. Οι τυχαίοι αυτοί θάνατοι αφορούν παγίδευση σε δίχτυα, καθώς και προσκρού­σεις ατόμων (κυρίως μύχων) σε πλοία και φάρους όταν αποπροσανατολίζονται από τα φώτα, αλλά και την παράνομη χρήση δυναμίτιδας ως τρόπου ψαρέματος.

Η όχληση που προκαλείται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες αυξάνεται σταδιακά ακόμη και στις πιο απομονωμένες και προστατευόμενες περιοχές, που συνήθως α­ποτελούν περιοχές αναπαραγωγής των θαλασσοπουλιών.

Επιπλέον, η θήρευση αβγών ή και νεοσσών από άλλα είδη πουλιών (κυρίως από το μεσογειακό ασημόγλαρο Larus cacchinans michahellis) είναι σε ορισμένες περιοχές πολύ σοβαρή απειλή τόσο για τα γλαρόνια όσο και για τα θαλασσοπούλια και ιδιαί­τερα για τον αιγαιόγλαρο. Ειδικά τα θαλασσοπούλια απειλούνται πολύ σοβαρά από τα ποντίκια, που εισήχθηκαν τυχαία από τον άνθρωπο και τρώνε τα αβγά των που­λιών, απειλώντας τις αποικίες πολλών βραχονησίδων με ολοκληρωτική καταστροφή.

Συμπερασματικά:

  • • Τα υδρόβια, παρυδάτια και θαλάσσια είδη πουλιών είναι στη χώρα μας καλύτερα μελετημένα σε σύγκριση με άλλες ομάδες ειδών.
ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ

232

  • Η απώλεια ή και η υποβάθμιση των φυσικών ενδιαιτημάτων στους υγροτόπους ε­ξαιτίας της άμεσης ή έμμεσης επέμβασης του ανθρώπου στα φυσικά οικοσυστή­ματα (όπως με αλλοιώσεις των ενδιαιτημάτων και ρύπανση νερών) αποτελούν τη σοβαρότερη απειλή για όλα σχεδόν τα είδη της κατηγορίας αυτής.

Αρκετά από τα υδρόβια και παρυδάτια είδη αντιμετωπίζουν άμεσα ή έμμεσα προ­βλήματα από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η λαθροθηρία, καθώς και προβλή­ματα όχλησης από το κυνήγι, την αλιεία, τον τουρισμό, την κτηνοτροφία κ.ά., ό­ταν αυτά ασκούνται ανεξέλεγκτα.

Λόγω του ότι πολλά είδη υδροβίων και παρυδατίων φωλιάζουν στο έδαφος, συχνά

κατά αποικίες, οι φυσικές καταστροφές (πλημμύρες, ξηρασία κ.ά.) αλλά και οι θη-                         _________ 233

ρευτές μπορεί να προξενήσουν σοβαρά προβλήματα στην αναπαραγωγική επιτυ­χία των ειδών αυτών.             S

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.