Skip to content

Στην Αγία Παρασκευή και στο καταφύγιο των Τζουμέρκων

20/01/2012

Ο ήχος των καταρρακτών  εξακολουθεί να φτάνει ως το μπαλκόνι μας. Η ροή, ωστόσο, μετά τη διακοπή της νεροποντής, μοιάζει να έχει ανεπαίσθητα λιγοστέψει. Σε αντίθεση με το χθεσινά ανταριασμένο πρωινό, η ατμόσφαι­ρα σήμερα έχει καθαρίσει αισθητά. Για πρώτη φορά αντικρύζουμε τις κορφές με ψηλότερη το Καταφίδι ή Καταφύγι, στα 2.393 μέτρα. Οι προβλέψεις χιονιού όμως πολύ λίγο επαλη­θεύτηκαν. Μόνον πάνω από τα 1500 περίπου μέτρα πασπαλίστηκε και άσπρισε ελαφρά ο όγκος των Τζουμέρκων.

0 Χρήστος Σαλαμούρας, παραδοσιακός κτηνοτρόφος ίων Τζουμέρκων, ξεκουράζεται στον αυχένα ίου Προφήτη Ηλία.

Πρώτος μας προορισμός το εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής. Λίγο πριν φτάσουμε στους καταρράκτες ανηφορίζουμε αριστερά έναν χωματόδρομο, κατάλληλο μόνον για 4×4. Γρή­γορα μπαίνουμε στη ζώνη των έλατων και, 900 μέτρα πιο πάνω, συναντάμε ένα ανακαινισμέ­νο παραδοσιακό αλώνι. Στα 2.5 χλμ. ο δρόμος τερματίζει σ’ έναν αυχένα με πλακόστρωτο πλάτωμα. Με την ίδια πλάκα είναι στρωμένο το ανηφορικό, απότομο μονοπάτι προς την κορυφή του λόφου της Αγ. Παρασκευής, στα 1413 μέτρα. Καθόλου δεν θα μας ενοχλούσε, αν το μονοπάτι ήταν χωμάτινο ή πετρώδες ή – βέβαια – παραδοσιακό καλντερίμι. Αντίθε­τα, μας ξενίζει και μας ενοχλεί αυτό το πλακόστρωτο, τόσο ξένο με την φΰση του βουνοΰ αλλά και τόσο κακότεχνο. Ήδη πολλές πλάκες έχουν αποκολληθεί και οι τσιμεντένιοι αρμοί έχουν θρυμματιστεί. Το χειμώνα με πάγο πρέ­πει να είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Λίγο πιο πάνω βελτιώνεται κάπως η κατάσταση αφοΰ οι πλάκες έχουν αντικατασταθεί με μικρότερες πέτρες, λιγότερο ολισθηρές.Όπως και νάναι, σε λιγότερο από ένα 10 λεπτο φτάνουμε στο εξωκκλήσι της Αγ. Παρα­σκευής και σ’ ένα δίλεπτο ακόμη στην ομαλή κορυφή του λόφου, στο τσιμεντένιο κολωνάκι της Γ.Υ.Σ. Στο εκτεθειμένο σημείο που βρι­σκόμαστε ο αέρας είναι ψυχρός και δυνατός. Η θέα όμως είναι από τις πιο εντυπωσιακές. Πολΰ κοντά στα ΒΑ οι κατακόρυφες πλαγιές και χαράδρες των Τζουμέρκων καλυμμένες, αποκλειστικά από έλατα. Σ’ όλο τον ανατο­λικό ορίζοντα ορθώνονται, η μία μετά την άλλη, οι κορυφές των Τζουμέρκων, γυμνές από βλάστηση, σκέτη πέτρα, προσιτές μόνον σε αναρριχητές και αετούς. Χαμηλά προς τα νότια εκτείνεται η μακρόστενη κοιλάδα του Άραχθου, μισοκρυμμένη στις ομίχλες. Στο βά­θος γυαλίζει η επιφάνεια του Αμβρακικού. Πιο πίσω τα Ακαρνανικά βουνά, ένας ορίζοντας πολλών δεκάδων χιλιομέτρων. Στα ΝΔ και Δ το οπτικό μας βεληνεκές περιορίζεται από τον μακρΰ όγκο του Ξεροβουνιοΰ. Πίσω του τα όρη του Σουλίου και ο μισοχιονισμένος Τόμαρος. Βορειότερα το Περιστέρι, η Νεμέρτσικα και η Τΰμφη. Χαμηλά, κατάσπαρτα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, δεκάδες χωριά και συνοικι­σμοί. Είναι συναρπαστικό, πόσα ποικίλα τοπία μπορούμε ν’ αντικρΰσουμε από ένα ταπεινό λόφο σε υψόμετρο μόλις 1400 μέτρων.Επιστρέφουμε στο Δασικό Χωριό και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα βρίσκουμε τον χωματόδρομο που ανηφορίζει στο βουνό. Στα 3.3 χλμ. από την άσφαλτο φτάνουμε σ’ ένα πλάτωμα με το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία και βρΰση χτισμένη με πελεκητή πέτρα από την Διεύθυνση Δασών Αρτας το 1998. Πλούσια ροή απόλυτα παγωμένου νεροΰ. Αδύνατον να πιει κανείς πάνω από τρεις – τέσσερις γουλιές. Εδώ συναντάμε με τα κατσίκια του τον Χρήστο Σαλαμοΰρα του Γεωργίου, από τον Καταρράκτη. Μέτριο ανάστημα, φυσιογνωμία συμπαθητική και γραφική. Αν κι είναι 70 ετών, δεν μοιάζει πάνω από 60. Είναι, προφανώς, η ευνοϊκή επί­δραση του βουνού, όπου έζησε ο Χρήστος όλη του τη ζωή.

-Από τα 12 χρόνια μον ανεβοκατεβαίνω στα Τζουμέρκα, λέει ο Χρήστος 365μέρες το χρόνο.

-Δεν βαρέθηκες πια;

-Μ’ αρέσει, αυτή ειν’ η ζωή μον.

Μάθημα απλής φιλοσοφίας από τον ποιμένα των Τζουμέρκων.

Συνεχίζουμε. Το οδόστρωμα αγριεύει το ίδιο και ο καιρός. Στα 5.5 χλμ. συναντάμε μικρό τσι­μεντένιο καλύβι και ποτίστρα με νερό καλυμ­μένο από στρώμα πάγου. Το ελαφρό χιόνι που έχει πέσει τη νύχτα είναι κι αυτό παγωμένο.

-Πάμε να βρούμε έναν απόκρνφο καταρρά­κτη, λέει ο Χρήστος.

Έδαφος τραχύ, με πέτρες και αγκάθια. 7 λεπτά αργότερα συναντάμε χτιστό κανάλι, που κάποτε διοχέτευε νερό από τα υψίπεδα των Τζουμέρκων στα χωραφάκια που βρίσκονταν χαμηλότερα με κτήματα και καλλιέργειες σι­τηρών. Ένα έργο μεγάλου μήκους, αξιοθαύ­μαστο. Πού και πού διασταυρωνόμαστε με το σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγεί στην κο­ρυφή. Ακούγεται ήχος βουερός. Μερικές δεκά­δες μέτρα μετά αποκαλύπτεται πολύ κοντά μας μια χαράδρα με κατακόρυφες σχεδόν ορθο- πλαγιές. Εδίό σχηματίζεται ένας καταρράκτης με εντυπωσιακή ροή και ύψος που ξεπερνάει τα 50 μέτρα. Καταλήγει στο ρέμα που περνά­ει αριστερά από τον οικισμό του Καταρράκτη, χωρίς να συναντάει τους άλλους δυο.

Επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο. Χιονίζει ελα­φρά και η θερμοκρασία είναι ένας βαθμός πάνω απ* το μηδέν. Το οίκημα του καταφυγί­ου διακρίνεται ψηλότερα, πάνω απ’ τα κεφά­λια μας. Αφήνουμε σε μια απότομη στροφή το αυτοκίνητο και συνεχίζουμε με τα πόδια σε οδόστρωμα ανώμαλο. παγωμένο και ολισθηρό. 10 σχεδόν λεπτά αργότερα φτάνουμε στο κα­ταφύγιο. σε υψόμετρο 1650 μέτρων. Νωρίτερα έχουμε πηδήξει με δυσκολία πάνω από το ορ­μητικό ρέμα που διασχίζει το δρόμο και τροφο­δοτεί χαμηλότερα τον αθέατο καταρράκτη.

Το καταφύγιο είναι χτισμένο σε σημείο κορυ­φαίας θέας και απέχει 9 χλμ. από την άσφαλ­το. Είναι διώροφο, επενδεδυμένο με πέτρα

Καταρράκτης κοντά στο καταφύγιο που φαίνεται μόνο όταν φτάσεις κοντά

και στεγασμένο με πλάκα. Προσωρινά όμως δεν λειτουργεί. Ψηλά στα ΝΑ ορθώνεται η κορυφή Καταφίδι. Ένας τραχύς δρόμος, που συντηρεί­ται το καλοκαίρι, συνεχίζει μέχρι την κορυφή και μετά χαμηλώνει ανατολικά προς Θεοδώριανα. Κάτι βέβαια, που βρίσκει αντίθετους όλους τους ιδεολόγους περιπατητές και ορει­βάτες. Προσδοκούμε ν’ ανέβουμε το καλοκαίρι στην κορυφή, όχι βέβαια με το αυτοκίνητο.

Έξω από το Δασικό Χωριό, βρίσκουμε προς τα ΝΑ τον χωματόδρομο προς το εξωκκλήσι του Πατροκοσμά. Συνηθισμένοι ως τώρα στα σκληρά οδοστρώματα αιφνιδιαζόμαστε από τον μαλακό χωματόδρομο, που με τη βροχή έχει μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο λασποδρό- μιο. Ευτυχώς η τετρακίνηση μας βοηθάει να ξεπερνάμε τις δυσκολίες. Μπορούμε λοιπόν ν’ απολαμβάνουμε τοπία σπάνιας ωραιότητας με εξαιρετικούς χρωματικούς τόνους από συνδυ­ασμό βαθυπράσινων έλατων και πολύχρωμων φυλλοβόλων. Πού και πού συναντάμε και «το­πία διάβρωσης», αυτούς τους εντυπωσιακούς γεωλογικούς σχηματισμούς, με τις χαρακτηρι­στικές πτυχώσεις από σαθρό σταχτόγκριζο πέ­τρωμα. Ένα φαινόμενο πολύ γνωστό σε όσους ταξιδεύουν προς Κόνιτσα, στην περιοχή του Επταχωρίου.

Η λασπομαχία στον πρόσφατα διανοιγμένο δασικό δρόμο, που προβλέπεται να ασφαλτο­στρωθεί, συνεχίζεται για 7.7 χλμ, ως το εκκλη­σάκι. Είναι χτισμένο με πελεκητή πέτρα το 1947. Το σημαντικότερο, ωστόσο, χαρακτηριστικό της περιοχής είναι το δάσος των πελώριων βουνο- κυπάρισσων ή κεδροκυπάρισσων, πολλά από τα οποία είναι ηλικίας πολλών αιώνων.

Στα 12 χλμ. φτάνουμε στην άσφαλτο. Εδώ χωρίζουμε με τον Κυριάκο. Ο φίλος μας συνε­χίζει αριστερά προς Βουλγαρέλι και Μεσοχώρα. Θα διασχίσει τα βουνά και τον επικίνδυνο ορεινό αυχένα της Γκρόπας κι ύστερα θα κατη­φορίσει στην Πύλη και τον κάμπο των Τρικά­λων. Εμείς συνεχίζουμε δεξιά προς Κυψέλη. Όμορφο χωριό με σπίτια από πελεκητή πέτρα και μεγάλο ναό του Αγ. Νικολάου του 1904. Πεινάμε αλλά δεν βρίσκουμε κανένα μαγαζί ανοιχτό. Πετυχαίνουμε όμως την τελευταία στιγμή τον πλανόδιο εφημεριδοπώλη, που με το αυτοκίνητο του φορτωμένο πουλάει τις Κυ­ριακές εφημερίδες στα χωριά.
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, ΤΕΥΧΟΣ 67°, 2009
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.