H Ήπειρος θρηνεί την Δόμνα
Μπορεί να μην ήταν από την Ήπειρο αλλά έκανε σημαντικό έργο και για αυτή την γωνιά της Ελλάδας.
Από την ιστοσελίδα της:
http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=14 (Μπορείτε να τα ακούσετε δωρεάν απευθείας.)
Πραγματικά μια παγκόσμια πρώτη αποτελεί τόσο ο δίσκος της OCORA που ηχογραφήθηκε στο Παρίσι όσο και η συναυλία που προηγήθηκε εκεί το Φεβρουάριο του 1983. Kαι τα δύο με πρωτοβουλία του Άρη Φακίνου έκαναν για πρώτη φορά γνωστή στην Γαλλία την ηπειρώτικη πολυφωνική μουσική, που ήδη από τότε βρισκόταν υπό εξαφάνιση και ήταν περίπου άγνωστη ακόμη και στην Ελλάδα. Περιέχει πέντε πολυφωνικά, δύο ομοφωνικά τραγούδια καθώς και τρία οργανικά κομμάτια. Τραγουδιστές και μουσικοί προέρχονται από τα Κτίσματα Πωγωνίου.
Με εξαίρεση μια μελέτη του μουσικολόγου Σπύρου Περιστέρη, δημοσιευμένη στην Αθήνα το 1958, καμιά άλλη συστηματική εργασία για την πανάρχαια μουσική παράδοση της Ηπείρου και ιδιαίτερα τα πολυφωνικά της τραγούδια, δεν έχει πέσει ως τώρα στην αντίληψή μου. Ωστόσο κάθε μουσική παράδοση πιο πολύ κι απ’ τους ερευνητές έχει ανάγκη τους μουσικούς που θα τη συνεχίσουν. Κάτω απ’ αυτή την οπτική το μέλλον της ηπειρώτικης πολυφωνικής μουσικής είναι πολύ αβέβαιο. Όποιος ακούσει τον ανα χείρας δίσκο εύκολα θα αντιληφθεί πόσο επίπονη πρέπει να είναι η εκμάθηση τέτοιων τραγουδιών. Η εκτέλεσή τους απαιτεί όχι μόνο την βαθιά γνώση ενός πλούσιου και παραλλάσοντος ρεπερτορίου (σύμφωνα με τους ερμηνευτές που συνεργάστηκαν σ’ αυτόν το δίσκο κάθε τραγούδι διαθέτει συχνά πάνω από δέκα παραλλαγές, τόσο ως προς το στίχο όσο και ως προς τη μελωδία), αλλά και την εξοικίωση με την τεχνική της πολυφωνίας και τον αυτοσχεδιασμό. Αν προσθέσουμε και τη σκληρή φωνητική εξάσκηση που απαιτεί η τεχνική του jodel την οποία χρησιμοποιεί ο τραγουδιστής που αποκαλούν κλώστη, κατανοούμε ότι η μύηση στο πολυφωνικό τραγούδι πρέπει να αρχίζει από την παιδική ηλικία1 .
Σήμερα τα Κτίσματα, χωριό καταγωγής των μουσικών του δίσκου, όπως και όλη η Ήπειρος ερημώνεται από τη μετανάστευση. Τραγουδιστές και οργανοπαίκτες ζουν και εργάζονται στην Αθήνα. Πού και πού φίλοι και συγγενείς συναντιώνται με την ευκαιρία κάποιας γιορτής και η κοινότητα ανασυντάσσεται όπως όπως γύρω από ένα τραπέζι με μερικά μπουκάλια τσίπουρο. Οι μουσικοί εμφανίζουν τα όργανα: κλαρίνο, κανα δυο βιολιά, λαούτο, ντέφι. Παίζουν στη αρχή κάποιες μελωδίες «τραπεζάτικες», να ζεσταθεί λίγο η ατμόσφαιρα και να κυλήσει πιο καλά το τσίπουρο.
Ξαφνικά μια φωνή ξεπηδά, σχεδόν κραυγή θρηνητική, λίγες λέξεις, οι πρώτοι στίχοι ενός τραγουδιού της Ξενιτιάς: «Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπιούμαι…» Μια δεύτερη φωνή -ένας παιδικός φίλος ίσως ή κάποιος παλιός γείτονας στο χωριό- έρχεται ν’ απαντήσει στην πρώτη, κεντάει, αυτοσχεδιάζει, παρασέρνει τους άλλους συμποσιαστές. Το τραγούδι γίνεται περίτεχνο, οι μελωδικές φράσεις πλέκονται μεταξύ τους αλλά δεν μπερδεύονται ποτέ. Κι ενώ οι λιγότερο έμπειροι της παρέας κρατούν το ίσο, η φωνή του πρώτου τραγουδιστή δημιουργεί νέα ποικίλματα, οδηγώντας τους υπόλοιπους προς την απόληξη του τραγουδιού σαν σε ένα κοινό λυγμό.
Καθισμένα ολόγυρα τα παιδιά ή εγγόνια των μουσικών παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν. Καμιά φορά κάποιο ειρωνικό χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη τους: οι παλιοί διασκεδάζουν ξεσκίζοντας τις φωνητικές τους χορδές αλλά πόσο πιο απλό θα ήταν να πατήσουν το κουμπί ενός κασετόφωνου για ν’ακούσουν μπουζούκια ή ακόμη και ροκ…
«Όταν τους είπαμε ότι θα ερχόμασταν στη Γαλλία για να τραγουδήσουμε και να ηχογραφήσουμε δίσκο, μας κορόιδεψαν. Δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί κάποιοι να ενδιαφέρονται γι αυτά τα «κλαψιάρικα». Έτσι χαρακτηρίζουν τα παιδιά την μουσική μας», εξομολογήθηκε μια απ’ τις τραγουδίστριες κατά την ηχογράφηση.
Λίγες δεκάδες είναι και με το ζόρι σήμερα οι Ηπειρώτες που μπορούν να ερμηνεύσουν τα πολυφωνικά τραγούδια, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Η αιμοραγία της μετανάστευσης και η αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στα χωριά, δεν ευνοούν πια τις γιορτές και τα πανηγύρια που έδιναν ζωή σ’ αυτή τη μουσική.
Ό λΰγξ (ρήσος η τσαγκανόλυκος)
Διαβάστε τι έγραφε το βιβλίο φυσικής ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού (του 1969) για να φρίξετε!
Ποΰ ζη.Ό λυγξ ζη εις τά πυκνά δάση της κεντρικης καί βορείου Ευρώπης, εις τά οποία είναι δυνατον νά εύρίσκη άσφαλές καταφύγιον. Εις την πατρίδα μας συναντάται άκόμη εις μερικά όρη (Πάρνωνα, Όλυμπον), άλλά σιγά – σιγά έξαφανίζεται, διότι παντοΰ καταδιώκεται μέ έπιμονην άπο τον άνθρωπον, διά τάς μεγάλας καταστροφάς, τάς οποίας προκαλεί τόσον εις τά άγρια οσον καί εις τά ήμερα ζωα.
Κατασκευή τοΰ σώματος.Ό λυγξ ομοιάζει πάρα πολυ μέ μεγάλον άγριόγατον, ώς προς την κατασκευην τοΰ σώματος καί την όλην έμφάνισιν. Είναι όμως πολυ μεγαλύτερος. Το υψος του φθάνει τά 60 έκατοστά τοΰ μέτρου καί το μηκός του το εν μέτρον. Οί πόδες του έπίσης είναι υψηλότεροι καί ώπλισμένοι μέ γαμψους όνυχας.
Ό λυγξ διακρίνεται εύκολα άπο τον άγριόγατον, διότι ή ουρά του είναι πολυ μικροτέρα, τά δέ όρθια ωτά του φέρουν εκαστον εις το άκρον ενα θύσανον ορθίων τριχών. Όμοίως, εις τά πλάγια τοΰ προσώπου του προς τον λαιμον κρέμονται πυκναί τρίχες ώς γενειάς. Το χρώμά του είναι ξανθοκόκκινον, μέ σκοτεινάς κηλίδας καστανοΰ χρώματος.
Τί τρώγει.Ό λυγξ είναι άναμφιβόλως το πλέον αίμοβόρον άπο όλα τά άρπακτικά. Επιδέξιος εις το νά κρύπτεται μέ τέχνην, είναι ίκανος νά άναρριχάται εις τά δένδρα καί νά προξενη μεγάλας καταστροφάς εις τά ζωα όλων τών ειδών: κονίκλους, λαγούς, έλάφους, πτηνά.Όταν πιέζεται άπο την πείναν, έξέρχεται άπο το δάσος καί έπιπίτιτει εις τά ποίμνια τών προβάτων καί τών αιγών. Ενίοτε έπιτίθεται καί έναντίον άγελάδων.
Πλησιάζει σιγά-σιγά το θΰμά του, τελείως άθόρυβα, καί όταν εύρεθη εις την κατάλληλον άπόστασιν όρμ^ εις την ράχιν τοΰ ζφου καί τοΰ θραύει την σπονδυλικην στήλην η τοΰ σχίζει μέ τους οδόντας τάς άρτηρίας τοΰ λαιμοΰ. Όταν το ζφον πέση κατά γης, ο λύγξ πίνει μέ λαιμαργίαν άρκετον αίμα. Έπειτα σχίζει την κοιλίαν τοΰ ζφου καί τρώγει τά έντόσθιά του, τρώγει άκόμη ολίγον άπο την κεφαλήν, τον λαιμον καί τους ώμους καί το ύπόλοιπον το άφήνει διά τους λύκους καί τάς άλώπεκας. Ουδέποτε έπανέρχεται διά νά έπανεύρη τά λείψανα τοΰ θύματός του, ουτε τρώγει πτώματα.
Δέν άρκείται όμως μόνον εις ενα θΰμα. Είναι τόσον αίμοδιψές ζφον, ώστε φονεύει μεγαλύτερον άριθμόν ζφων – 30 πρόβατα, π.χ. εις μίαν νύκτα. Κατόπιν όλων αυτών δέν είναι καθόλου παράδοξον ότι καταδιώκεται σκληρώς.
Πως πολλαπλασιάζεται. Είναι ευτύχημα ότι ό λυγξ δέν γενν^ πολλα νεογνά. Κατα Άπρίλιον – Μάϊον ή θήλεια γενν^ 3-4 μικρά, μέσα εις κάποιο σπήλαιου ή εις πυκνήν λόχμην, τυφλα όπως τα μικρα τής γαλής. Κατ’ άρχας τα θηλάζει, κατόπιν τα τρέφει μέ ποντικούς, μικρα πτηνα κ.λ.π. μέχρις ότου γίνουν ΐκανα να εύρίσκουν μόνα των τήν τροφήν των.
Σημασία διά τόν ανθρωπον.Ό λυγξ είναι ζφον πολυ έπιβλαβές δια τόν άνθρωπον, χωρίς να παρέχη καμμίαν ώφέλειαν. Παλαιότερον τό δέρμα του είχε κάποιαν άξίαν, διότι έχρησιμοποιείτο ώς γουναρικόν, άλλα αΐ ζημίαι τας όποίας προεκάλει ήσαν πολυ μεγαλύτεραι.
Δια τουτο κατεδιώχθη παντου, ώστε άπό πολλα μέρη έξηφανίσθη τελείως. Άλλα καί έκεί όπου ύπάρχει άκόμη είναι σήμερον άρκετα σπάνιος.
ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ. Ό λύγξ είναι άρπακτικόν ζωον των δασων, πολύ έπιβλαβές. Καταδιώκεται σκληρως άπό τόν ανθρωπον, ώστε κινδυνεύει νά έξαφανισθη.
Μια διαφορετική όψη των Τζουμέρκων
Πρώτα από όλα τηλεφωνήστε στο δασικό χωριό ( 26850 31791 ) ή κοιτάξτε τις προσφορές. Αλλιώς υπάρχουν πάμπολλες εναλλακτικές σε όλη την Ελλάδα.
ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ
1. Ξενώνες Αραχθέα
ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ -ΑΡΑΧΩΒΑ – ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ
1) Arachova Houses
ΖΑΓΟΡΟΧΩΡΙΑ
1) Ξενώνας Πανόραμα 2) Ξενώνας Φιλύρα 3) Αρχοντικό Κρανά
ΚΑΪΜΑΚΤΣΑΛΑΝ – ΑΜΥΝΤΑΙΟ – ΛΟΥΤΡΑ ΠΟΖΑΡ
1) Spa Hotel Ateron 2) Ξενοδοχείο Εδέμ 3) Ξενώνας Πατρικό
ΓΡΕΒΕΝΑ – ΒΑΣΙΛΙΤΣΑ
1) Ξενώνας Καλιά
ΜΕΤΕΩΡΑ – ΠΕΡΤΟΥΛΙ – ΕΛΑΤΗ
1) Ξενώνας Ελενα 2) Ξενώνας Αγναντι
ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ
1) Ξενώνας Φιλοξένια 2) Ξενώνας Ανθέμιον 3) Το Μπαλκόνι της Λίμνης Πλαστήρα 4) Silva Suites
ΒΕΡΟΙΑ – ΣΕΛΙ – ΝΑΟΥΣΑ
1) Αρχοντικό Κόκκινο Σπίτι
ΚΑΣΤΟΡΙΑ
1) Ξενώνας Ιάσπις 2) Ξενώνας Αναστασία 3) Ξενώνας Ιδομενεύς 4) Ξενώνας Πεντόλβιο
ΞΑΝΘΗ – ΝΕΣΤΟΣ
1) Ξενώνες Κάρυον
ΠΑΡΓΑ
1) Ξενοδοχείο Ακροθέα
ΟΡΕΙΝΗ ΚΟΖΑΝΗ
1) Ξενώνας Νάματα (μετά την Κυριακή του Πάσχα)
ΟΡΕΙΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑ
1) Ξενώνας Μπελαίικο στην Στεμνίτσα (Μεγ. Εβδομάδα και μετά το Πάσχα)
ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ
1) Ξενώνας Αμαδρυάδες 2) Ξενώνας Χαρούλα
ΟΡΕΙΝΗ ΚΟΡΙΝΘΙΑ
1) Αρχοντικό Κεφαλάρι
ΟΡΕΙΝΗ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑ
1) Ξενοδοχείο Ελατού (100 ευρώ με πρωϊνό συν ένα γεύμα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου)
ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ
1) Ξενώνας Βαλεντίνη 2) Ξενώνας Ορειάδες
ΝΑΥΠΛΙΟ
1) Ξενώνες Anassia Villas 2) Ξενώνας των Μύλων
ΠΗΛΙΟ
1) Αρχοντικό Χελιδονάκια 2) Αρχοντικό Ταφύλλη 3) Ξενώνας Χαρούλα
MANH
1) Ξενώνες Πλαγιάκι
ΕΛΑΤΟΧΩΡΙ – ΠΑΛΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑΣ – ΟΛΥΜΠΟΣ
1) Luxury Studios Διάσελον 2) Amanita Caesarea 3) Κτήμα Φακή
ΚΕΡΚΥΡΑ
1) Fundana Villas
ΛΕΥΚΑΔΑ
1) Παραδοσιακός Ξενώνας Μέλι (Με μοναδικές προσφορές για έως 8 άτομα) 2) Ορεινός Ξενώνας Τ΄Αλώνι
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
1) Museum Hotel George Molfetas
ΝΗΣΟΣ ΤΖΙΑ (ΚΕΑ)
1) Ξενώνας Ανεμούσα
ΝΗΣΟΣ ΤΗΝΟΣ
1) Ξενώνας και Studios Ιωάννα (προσφορά το Πασχαλινό Τραπέζι)
ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ
1) Ξενώνας Νίκολας (50ευρώ με πρωινό)
ΝΗΣΟΣ ΜΥΚΟΝΟΣ
1) Ξενώνας Gelos House (35 ευρώ) 2) Studios Κατερινα (35 ευρώ)
ΝΟΤΙΑ ΕΥΒΟΙΑ
1) Βίλλες Ερωδιός 2) Κτήμα Νικόλα
ΒΟΡΕΙΑ ΕΥΒΟΙΑ
1) Sunset Beach 2) Ξενώνας Γιούλας
ΛΕΣΒΟΣ
1) Ξενώνας Ελαιώνας
Βραχοκιρκινέζο
To Βραχοκιρκίνεζο ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα γεράκια γιατί είναι το πιο μικρόσωμο. Όταν κυνηγάει πετάει
επιτόπου μέχρι να εντοπίσει την τροφή του, οπότε γέρνει απότομα προς τα κάτω και ορμάει πάνω της. Λέγεται ότι ήταν ο αγγελιαφόρος του θεοΰ Απόλλωνα.
Tο αρσενικό έχει καστανό φτέρωμα στο πάνω μέρος του σώματος του με μαύρες κηλίδες και στο κάτω μπεζ με σκούρα στίγματα. Το κεφάλι του είναι γκρίζο όπως και η ουρά του που καταλήγει σε πλατιά μαύρη ταινία με άσπρο φτέρωμα στην άκρη. Τα νύχια του είναι μαύρα και το ράμφος του γαμψό. Το θηλυκό στο πάνω μέρος αντί για στίγματα έχει ραβδώσεις και η ουρά του είναι ξανθόχρωμη επίσης με ραβδώσεις.
Mπορούμε να το δούμε σε ολόκληρη τη χώρα όλο το χρόνο. Προτιμά τις ανοικτές περιοχές από το επίπεδο της θάλασσας έως τα ψηλά βουνάα το ακουσουμε να επαναλαμβάνει «κρι-κρι-κρι» ή ένα «κιρί-κιρί» και «βρι-βρι».
Tο Σιρλοτσίχλονο

Tο Σιρλοτσίχλονο θα το συναντήσουμε συχνά σε χωράφια να ψάχνει στο έδαφος για μικρούς σπόρους και έντομα.
Προτιμά να φωλιάζει σε χωράφια που έχουν αραιούς θάμνους και μικρά δέντρα στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Δε θα τον δούμε ποτέ σε πυκνά δάση και σε περιοχές με εντατικές καλλιέργειες.
Θα τον ακούσουμε να κελαηδάει «τσιτσιτσι-χσι», «τσι- τσι-ου», «χσι-ι» και να φωνάζει «τσι» ή «χσι-χσι».
H Γερακίνα είναι το πιο κοινό αρπακτικό που υπάρχει στη χώρα μας. Αναφέρεται συχνά στα δημοτικά μας τραγούδια. Πετάει πάνω από αγρούς για να εντοπίσει την τροφή της και κάθεται σε στύλους ή σε μεγάλες πέτρες.
‘Οταν πετάει μπορούμε εύκολα να την αναγνωρίσουμε γιατί έχει φαρδιές φτερούγες, στρογγυλεμένη ουρά και πολύ κοντό λαιμό. Το πάνω μέρος του σώματος της είναι σκούρο καφετί και το κάτω λευκό με καφετιά στίγματα. Η ουρά της έχει σταχτιές και καστανές ραβδώσεις και μια πλατιά μαύρη λωρίδα στην άκρη.
Φωλιάζει σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και στα περισσότερα από τα μεγάλα νησιά. Το χειμώνα έρχονται και άλλα άτομα στη χώρα μας και μπορούμε να τη δούμε σε παράκτιες περιοχές και γύρω από μεγάλους υγροτόπους. Πολύ συχνά τη βλέπουμε σε αγροτικές περιοχές, καθώς προτιμά να τρέφεται με ποντικούς.
Η φωνή της αποτελείται από «κγιά», «κγιά» και «κάα »και «κά-α» που εναλλάσσονται.
Ο Δενδροσπουργίτης έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον Σπιτοσπουργίτη. Δε θα τον συναντήσουμε τόσο εύκολα όμως, αφού αποφεύγει τους ανθρώπους καθώς είναι πολύ φοβιτσιάρικο πουλί.
Ο Δενδροσπουργίτης είναι λίγο πιο μικρός από τον Σπιτοσπουργίτη. Έχει καστανό φτέρωμα στην κορυφή του κεφαλιού και από ένα μαύρο σημάδι σε κάθε μάγουλο. Το πάνω μέρος του σώματος του είναι καφετί και το κάτω λευκό. Και το αρσενικό και το θηλυκό έχουν ίδιο μέγεθος και χρωματισμό.
Mπορούμε να τον δούμε όλο το χρόνο σε αρκετά σημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προτιμά τις αγροτικές περιοχές και τα περίχωρα των χωριών και των πόλεων για να τραφεί, αρκεί να υπάρχουν και δέντρα για να φωλιάσει.
Φωνή του είναι ένα οξύ «σιρ», «τσιρ» και ένα επαναλαμβανόμενο «σιρ-σιπ». Εδώ μια φόρμα παρατήρησης πτηνών από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καστοριάς. To είδος δεν απειλείται σύμφωνα με τον Φιλότη.(Από το βιβλίο " Πουλιά που ζουν στους αγρούς και τα δάση" του Κώστα Βασιλάκη.)
Ο ήχος των καταρρακτών εξακολουθεί να φτάνει ως το μπαλκόνι μας. Η ροή, ωστόσο, μετά τη διακοπή της νεροποντής, μοιάζει να έχει ανεπαίσθητα λιγοστέψει. Σε αντίθεση με το χθεσινά ανταριασμένο πρωινό, η ατμόσφαιρα σήμερα έχει καθαρίσει αισθητά. Για πρώτη φορά αντικρύζουμε τις κορφές με ψηλότερη το Καταφίδι ή Καταφύγι, στα 2.393 μέτρα. Οι προβλέψεις χιονιού όμως πολύ λίγο επαληθεύτηκαν. Μόνον πάνω από τα 1500 περίπου μέτρα πασπαλίστηκε και άσπρισε ελαφρά ο όγκος των Τζουμέρκων.

0 Χρήστος Σαλαμούρας, παραδοσιακός κτηνοτρόφος ίων Τζουμέρκων, ξεκουράζεται στον αυχένα ίου Προφήτη Ηλία.
Πρώτος μας προορισμός το εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής. Λίγο πριν φτάσουμε στους καταρράκτες ανηφορίζουμε αριστερά έναν χωματόδρομο, κατάλληλο μόνον για 4×4. Γρήγορα μπαίνουμε στη ζώνη των έλατων και, 900 μέτρα πιο πάνω, συναντάμε ένα ανακαινισμένο παραδοσιακό αλώνι. Στα 2.5 χλμ. ο δρόμος τερματίζει σ’ έναν αυχένα με πλακόστρωτο πλάτωμα. Με την ίδια πλάκα είναι στρωμένο το ανηφορικό, απότομο μονοπάτι προς την κορυφή του λόφου της Αγ. Παρασκευής, στα 1413 μέτρα. Καθόλου δεν θα μας ενοχλούσε, αν το μονοπάτι ήταν χωμάτινο ή πετρώδες ή – βέβαια – παραδοσιακό καλντερίμι. Αντίθετα, μας ξενίζει και μας ενοχλεί αυτό το πλακόστρωτο, τόσο ξένο με την φΰση του βουνοΰ αλλά και τόσο κακότεχνο. Ήδη πολλές πλάκες έχουν αποκολληθεί και οι τσιμεντένιοι αρμοί έχουν θρυμματιστεί. Το χειμώνα με πάγο πρέπει να είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Λίγο πιο πάνω βελτιώνεται κάπως η κατάσταση αφοΰ οι πλάκες έχουν αντικατασταθεί με μικρότερες πέτρες, λιγότερο ολισθηρές.Όπως και νάναι, σε λιγότερο από ένα 10 λεπτο φτάνουμε στο εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής και σ’ ένα δίλεπτο ακόμη στην ομαλή κορυφή του λόφου, στο τσιμεντένιο κολωνάκι της Γ.Υ.Σ. Στο εκτεθειμένο σημείο που βρισκόμαστε ο αέρας είναι ψυχρός και δυνατός. Η θέα όμως είναι από τις πιο εντυπωσιακές. Πολΰ κοντά στα ΒΑ οι κατακόρυφες πλαγιές και χαράδρες των Τζουμέρκων καλυμμένες, αποκλειστικά από έλατα. Σ’ όλο τον ανατολικό ορίζοντα ορθώνονται, η μία μετά την άλλη, οι κορυφές των Τζουμέρκων, γυμνές από βλάστηση, σκέτη πέτρα, προσιτές μόνον σε αναρριχητές και αετούς. Χαμηλά προς τα νότια εκτείνεται η μακρόστενη κοιλάδα του Άραχθου, μισοκρυμμένη στις ομίχλες. Στο βάθος γυαλίζει η επιφάνεια του Αμβρακικού. Πιο πίσω τα Ακαρνανικά βουνά, ένας ορίζοντας πολλών δεκάδων χιλιομέτρων. Στα ΝΔ και Δ το οπτικό μας βεληνεκές περιορίζεται από τον μακρΰ όγκο του Ξεροβουνιοΰ. Πίσω του τα όρη του Σουλίου και ο μισοχιονισμένος Τόμαρος. Βορειότερα το Περιστέρι, η Νεμέρτσικα και η Τΰμφη. Χαμηλά, κατάσπαρτα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, δεκάδες χωριά και συνοικισμοί. Είναι συναρπαστικό, πόσα ποικίλα τοπία μπορούμε ν’ αντικρΰσουμε από ένα ταπεινό λόφο σε υψόμετρο μόλις 1400 μέτρων.Επιστρέφουμε στο Δασικό Χωριό και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα βρίσκουμε τον χωματόδρομο που ανηφορίζει στο βουνό. Στα 3.3 χλμ. από την άσφαλτο φτάνουμε σ’ ένα πλάτωμα με το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία και βρΰση χτισμένη με πελεκητή πέτρα από την Διεύθυνση Δασών Αρτας το 1998. Πλούσια ροή απόλυτα παγωμένου νεροΰ. Αδύνατον να πιει κανείς πάνω από τρεις – τέσσερις γουλιές. Εδώ συναντάμε με τα κατσίκια του τον Χρήστο Σαλαμοΰρα του Γεωργίου, από τον Καταρράκτη. Μέτριο ανάστημα, φυσιογνωμία συμπαθητική και γραφική. Αν κι είναι 70 ετών, δεν μοιάζει πάνω από 60. Είναι, προφανώς, η ευνοϊκή επίδραση του βουνού, όπου έζησε ο Χρήστος όλη του τη ζωή.
-Από τα 12 χρόνια μον ανεβοκατεβαίνω στα Τζουμέρκα, λέει ο Χρήστος 365μέρες το χρόνο.
-Δεν βαρέθηκες πια;
-Μ’ αρέσει, αυτή ειν’ η ζωή μον.
Μάθημα απλής φιλοσοφίας από τον ποιμένα των Τζουμέρκων.
Συνεχίζουμε. Το οδόστρωμα αγριεύει το ίδιο και ο καιρός. Στα 5.5 χλμ. συναντάμε μικρό τσιμεντένιο καλύβι και ποτίστρα με νερό καλυμμένο από στρώμα πάγου. Το ελαφρό χιόνι που έχει πέσει τη νύχτα είναι κι αυτό παγωμένο.
-Πάμε να βρούμε έναν απόκρνφο καταρράκτη, λέει ο Χρήστος.
Έδαφος τραχύ, με πέτρες και αγκάθια. 7 λεπτά αργότερα συναντάμε χτιστό κανάλι, που κάποτε διοχέτευε νερό από τα υψίπεδα των Τζουμέρκων στα χωραφάκια που βρίσκονταν χαμηλότερα με κτήματα και καλλιέργειες σιτηρών. Ένα έργο μεγάλου μήκους, αξιοθαύμαστο. Πού και πού διασταυρωνόμαστε με το σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή. Ακούγεται ήχος βουερός. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά αποκαλύπτεται πολύ κοντά μας μια χαράδρα με κατακόρυφες σχεδόν ορθο- πλαγιές. Εδίό σχηματίζεται ένας καταρράκτης με εντυπωσιακή ροή και ύψος που ξεπερνάει τα 50 μέτρα. Καταλήγει στο ρέμα που περνάει αριστερά από τον οικισμό του Καταρράκτη, χωρίς να συναντάει τους άλλους δυο.
Επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο. Χιονίζει ελαφρά και η θερμοκρασία είναι ένας βαθμός πάνω απ* το μηδέν. Το οίκημα του καταφυγίου διακρίνεται ψηλότερα, πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αφήνουμε σε μια απότομη στροφή το αυτοκίνητο και συνεχίζουμε με τα πόδια σε οδόστρωμα ανώμαλο. παγωμένο και ολισθηρό. 10 σχεδόν λεπτά αργότερα φτάνουμε στο καταφύγιο. σε υψόμετρο 1650 μέτρων. Νωρίτερα έχουμε πηδήξει με δυσκολία πάνω από το ορμητικό ρέμα που διασχίζει το δρόμο και τροφοδοτεί χαμηλότερα τον αθέατο καταρράκτη.
Το καταφύγιο είναι χτισμένο σε σημείο κορυφαίας θέας και απέχει 9 χλμ. από την άσφαλτο. Είναι διώροφο, επενδεδυμένο με πέτρα
και στεγασμένο με πλάκα. Προσωρινά όμως δεν λειτουργεί. Ψηλά στα ΝΑ ορθώνεται η κορυφή Καταφίδι. Ένας τραχύς δρόμος, που συντηρείται το καλοκαίρι, συνεχίζει μέχρι την κορυφή και μετά χαμηλώνει ανατολικά προς Θεοδώριανα. Κάτι βέβαια, που βρίσκει αντίθετους όλους τους ιδεολόγους περιπατητές και ορειβάτες. Προσδοκούμε ν’ ανέβουμε το καλοκαίρι στην κορυφή, όχι βέβαια με το αυτοκίνητο.
Η λασπομαχία στον πρόσφατα διανοιγμένο δασικό δρόμο, που προβλέπεται να ασφαλτοστρωθεί, συνεχίζεται για 7.7 χλμ, ως το εκκλησάκι. Είναι χτισμένο με πελεκητή πέτρα το 1947. Το σημαντικότερο, ωστόσο, χαρακτηριστικό της περιοχής είναι το δάσος των πελώριων βουνο- κυπάρισσων ή κεδροκυπάρισσων, πολλά από τα οποία είναι ηλικίας πολλών αιώνων.
Πρωτη νυχτα στο δασικο χωριο
Το τζάκι καίει δυνατά στο καθιστικό του Δασικού Χωρίου. Μα και τα σώματα του καλοριφέρ είναι όλα αναμμένα. Όχι άδικα. Τη νυχτερινή τούτη ώρα, η θερμοκρασία στο υψόμετρο των 900 μέτρων, δεν ξεπερνάει τους τρεις βαθμούς. Κόσμος πολΰς, τόσο στο σαλονάκι γύρω από το τζάκι, όσο και στα τραπέζια που είναι αραδιασμένα κατά μήκος της τζαμαρίας. Το ξύλο είναι κυρίαρχο παντού: στο πάτωμα, στους τοίχους, στο ταβάνι. Μια αίσθηση τόσο διαφορετική. Μια κατασκευή ανάλαφρη, στο φυσικό χρώμα του ξΰλου και σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον του βουνοΰ.
Ωραία ξένη μουσική σε ένταση σωστή. Στους τοίχους φωτογραφίες από τοπία της περιοχής αλλά και από ορεινούς όγκους της Ελλάδας και του κόσμου. Μπροστά σε μια φωτογραφία σταματάω περισσότερο. Δεν μοιάζει νάναι τοπίο Ελληνικό. Δεν διακρίνεται οΰτε ίχνος γης, τα πάντα είναι καλυμμένα από χιόνι παγωμένο, από τα χαμηλότερα σημεία του τοπίου ως την μυτερή κορυφή. Σ’ αυτό τον εξωπραγματικό τόπο, υπάρχει μια και μοναδική φιγούρα ανθρώπου. Δεν διακρίνονται καθόλου χαρακτηριστικά. Τα μάτια είναι αθέατα, πίσω από σκούρα γυαλιά. Πρόσωπο και κεφάλι είναι καλυμμένα, απόλυτα προστατευμένα από σκούφο. Ορειβατικό μπουφάν ισχυροΰ ψΰχους και μπότες με γκέτες συμπληρώνουν την αμφίεση της ανθρώπινης σιλουέττας. Αναρωτιέμαι ποιος νάναι ο άνθρωπος και ποιος νά’ναι ο τόπος.
-Ακριβώς 9 χρόνια πριν, λέει πίσω μου μια φωνή. Τον Δεκέμβριο τον 1999 ήμουν εκεί.
Γυρίζω κι έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χρήστο Λάμπρη, τον οικοδεσπότη μας στο Δασικό Χωριό. Αγκαλιαζόμαστε. Στα 11 χρόνια που πέρασαν από την πρώτη μας γνωριμία στη σκιά των Μετεώρων, η φυσιογνωμία του έχει παραμείνει σχεδόν απαράλλαχτη.
-Και ποιος ήταν αυτός ο τόπος που βρέθηκες τον Δεκέμβριο του 1999;
-Η κορυφή Βίνσον Μασσίφ, στα 5.140 μέτρα, λέει ο Χρήστος. Με τέτοια φυσικότητα και απλότητα σαν να μιλάει για την κορυφή Καταφιδι των Τζουμέρκων.
-Έχείς ανεβεί και πολύ ψηλότερες, λέει η Άννα.
-Ναι, απαντάει ο Χρήστος, με τη διαφορά ότι αντή βρίσκεται στον Νότιο Πόλο. Τον Δεκέμβριο, που στο νότιο ημισφαίριο είναι καλοκαίρι, η θερμοκρασία ήταν 47 βαθμοί κάτω απ’ το μηδέν.

Μια από τις καμάρες του πειρόχπσιου Υδραγωγείου της Αγίας Αικατερίνης, (επάνω) Το καθολικό της Μονής βρίσκεται σε θέση εκπληκτική στους πρόποδες των Τζουμέρκων.
30 χρόνια έχει συμπληρώσει ο φίλος μας από τότε που, νεαρός ακόμα, άρχισε ν’ ανεβαίνει στις κορυφές της Ελλάδας και του κόσμου, να συμμετέχει σε μερικές από τις πιο παράτολμες ορειβατικές αποστολές. Ιδρυτικό μέλος της TREKKING HELLAS, έχει εκπαιδεύσει και συνοδεύσει χιλιάδες ανθρώπους σε κάθε μορφής δραστηριότητα στη φύση. Κάτι βέβαια, που συνεχίζει μέχρι σήμερα, εδώ στον Καταρράκτη των Τζουμέρκων. Παρέχοντας, επί πλέον, διαμονή και εστίαση στο Δασικό Χωριό. Που, μαζί με άλλα πέντε σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας προηγουμένων κυβερνήσεων, για να συμβάλει στην ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού. Έτσι ο Χρήστος ανέλαβε εδώ και πέντε χρόνια τη λειτουργία του συγκεκριμένου Δασικού Χωριού, που έχει επιπλέον το πλεονέκτημα, ότι βρίσκεται κοντά στον τόπο καταγωγής του, τους Ραφταναίους.
-Από τα παιδικά μου χρόνια, δυο ήταν οι μεγάλες μου αγάπες στη φύση της περιοχής, λέει ο Χρήστος. Ο Άραχθος και τα Τζουμέρκα. Πάνω από χίλιες φορές έχω κατέβει μέχρι τώρα με rafting το ποτάμι. Αλλοτε είναι βουερό και τρικνιιισιιένο και άλλοτε ήπιο και γαλήνιο. Πάντοτε όμως θεαματικό και πανέμορφο. Το ωραιότερο ποτάμι για rafting στην Ελλάδα, που απευθύνεται σ’ ένα ευρύ κοινό. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν ζήσει μαζί μου στο ποτάμι εμπειρίες αληθινά συναρπαστικές.
-Φαντάζομαι. ότι και τα πρώτα σου ορειβατικά βήματα στα Τζουμέρκα τα έχεις κάνει, λέω στον Χρήστο.
-Παραδόξως όχι, μου απαντάει Από το χωριό έφυγα στα 12, αμέσως μετά το Δημοτικό. Μέχρι τότε δεν είχα προλάβει ν’ ανέβω στο βουνό. Αυτό που θυμάμαι, ωστόσο, είναι, ότι ρωτούσα συνέχεια τη γιαγιά μου να μου πει, τι υπήρχε πίσω απ’ τις κορφές, πίσω από εκείνον τον πελώριο ορεινό φράχτη που απέκλειε τον
ορίζοντα. Ήταν τέτοια η θέση τον σπιτιού μας, που οι κορυφές των Τζουμέρκων ήταν το πρώτο πράγμα πον έβλεπα το πρωί και το τελενταίο το βράδν. Στα μάτια της παιδικής μον ηλικίας φάνταζαν θεόρατες, ως τον ονρανό. Ήταν μια διαρκής πρόκληση, ένα ακατανίκητο κάλεσμα. Ναι, μπορώ να πω με κάθε βεβαιότητα, ότι εκείνες οι κορνφές των Τζονμέρκων είχαν καταλυτική επίδραση στην κατοπινή αγάπη μον για τον κόσμο των βοννών.
Η νύχτα προχωράει. Επί τέλους κάποια στιγμή φτάνει και ο Βολιώτης φίλος μας, ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, ταλαιπωρημένος από χιονοθύελλα και ομίχλες στην ορεινή διάβαση του Μπάρου, πάνω από τους Καλαρρύτες και το Ματσούκι. Είναι μια διαδρομή που σκαρφαλώνει ως τα 1900 περίπου μέτρα και διασχίζει τοπία ανυπέρβλητης ωραιότητας. Με δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ωστόσο, το εγχείρημα μπορεί να οδηγήσει σε περιπέτειες.
-Να βάλω ένα ντόπιο τσιπουράκι από «ζαμπέλλα»; ρωτάει ο Χρήστος.
Κανείς μας δεν αρνείται και, πολύ περισσότερο, ο βολιώτης φίλος μας, μετά μάλιστα την πολύωρη ταλαιπωρία του μέσα στα βουνά. Αποσυρόμαστε στο ξύλινο σπιτάκι μας. Ψηλοτάβανο, ευρύχωρο, με μεγάλο καθιστικό, πλήρη κουζίνα, μπανιέρα στο μπάνιο και υπνοδωμάτιο για τρεις. Τις πάμπολλες κατασκευαστικές ατέλειες που υπήρχαν, τις έχει περιορίσει ο Χρήστος στο ελάχιστο. Το τζάκι μας ανάβει αμέσως και τραβάει περίφημα, χωρίς ίχνος καπνού. Ο θόρυβος της βροχής δυναμώνει στην τσίγκινη σκεπή, συνυπάρχει υπέροχα με το τριζοβόλημα των ξύλων. Η πρώτη νΰχτα στην αγκαλιά των Τζουμέρκων είναι όπως πραγματικά πρέπει να είναι.
ΤΟ ΔΕΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Περιμένουμε υπομονετικά την σταδιακή υποχώρηση της ομίχλης και της νύχτας, την επικράτηση της μέρας. Δεν συμβαίνει πριν από τις 10. Βγαίνω για λίγο στο μπαλκόνι. Ένας θόρυβος, σαν μουγκρητό, φτάνει στ’ αυτιά μου. Ψάχνω ολόγυρα, προσπαθώ να εντοπίσω την αιτία του βουητοΰ. Τα πάντα είναι ήρεμα, τίποτε δεν κινείται. Το βλέμμα μου σταματάει μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα, στα Τζουμέρκα. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται ο εντυπωσιακός όγκος του βουνοΰ. Οι κορυφές βέβαια εξακολουθούν να είναι αθέατες πίσω από βαριά, σταχτόγκριζα σύννεφα.
Εκεί λοιπόν, στο κέντρο των Τζουμέρκων, ξεχύνονται από δυο διόδους στα σπλάχνα των γκρεμών δυο γιγάντιοι, ολόλευκοι καταρράκτες. Τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα μας χωρίζουν στην ευθεία. Δεν είναι όμως ικανά να σταθούν εμπόδιο ανάμεσα στον φοβερό πάταγο των καταρρακτών και σε μας. Ποτέ δεν έχουμε ξαναδεί και κυρίως, ξανακούσει, θόρυβο καταρράκτη από τόση απόσταση. Είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Η βροχή εξακολουθεί να πέφτει, δεν μας κρατάει όμως ο τόπος. Οι καταρράκτες των Τζουμέρκων μας έλκουν κοντά τους με τη δύναμη μαγνήτη.
Κείμενο και εικόνα από το καταπληκτικό αφιέρωμα στο δασικό χωριό Κέδρος του περιοδικού Ελληνικό Πανόραμα.
Μια από τις αγαπημένες μου γωνιές στο δασικό χωριό είναι η θέα από το εστιατόριο.
Έχεις πιάτο όλη την μαγική κοιλάδα του Άραχθου και σε καλή μέρα νομίζεις ότι βλέπεις την θάλασσα προς Άρτα. Συχνά έχει λίγα σύννεφα κάπου εκεί κάτω, έτσι για …γαρνιτούρα. Αν πρόβαλλε το κεφάλι κάποιου δεινόσαυρου κάπου στο τοπίο δεν θα μου έκανε εντύπωση. Η πανάρχαια δύναμη της εικόνας είναι επιβλητική.
Ότι ώρα και να κοιτάξω προς τα εκεί μου κόβει την ανάσα. Το πρωί καθώς κάπου στο βάθος φαίνονται αραιά αυτοκίνητα στον δρόμο από την άλλη μεριά του βουνού και η κοιλάδα ξυπνάει. Το μεσημέρι με ένα ελαφρύ αεράκι τόσο φρέσκο που λες να το κόψεις φέτες σαν συνοδευτικό στην χορτόπιτα. Και βέβαια το σούρουπο που όλο μετατρέπεται σε …θρησκευτική μεταφυσική εκκλησία επικοινωνίας με το Άλλο.
Η θέα το βράδυ είναι εντυπωσιακά δυναμική. Είτε με φεγγάρι και αυτά τα παιχνιδιάρικα σύννεφα που σχηματίζονται και εξαφανίζονται τόσο γρήγορα γύρω του ή με σκοτάδι. Που όμως δεν είναι σκοτάδι γιατί φωτίζουν τα βουνά γύρω και όταν κοιτάξεις προς τα κάτω ξεδιπλώνεται όλη η φλύαρη σύγχρονη πραγματικότητα. Αλλά από μακριά, έτσι όπως πρέπει για να στοχαστείς καλύτερα…
Χιονοπαιχνίδια γύρω από το δασικό χωριό

Μερικοί ζητάνε να γίνει χιονοδρομικό κέντρο κοντά στην Κόνιτσα ή άλλα βουνά. Δεν υπολογίζουν την καταστροφή του περιβάλλοντος και σπάνια γίνεται μια – έστω και υποτυπώδης – ανάλυση των επιπτώσεων από αυτό το είδους του τουρισμού στις μακροπρόθεσμες προοπτικές ενός τόπου. (Για τα ζώα της περιοχής ούτε λόγος βέβαια…)
Στο μεν δασικό χωριό μπορεί σπάνια να πιάνει χιόνι, αλλά πολύ εύκολα, ακόμα και χωρίς τζιπ μπορείτε να ανεβείτε προς το καταφύγιο για να βρείτε εύκολα χιόνι για παιχνίδι, έλκηθρο ή απλά ωραίες βόλτες. Πόσο μάλλον με αυτόν τον υπέροχο καιρό των τελευταίων ημερών με τον οποίο κυκλοφορείς με το κοντομάνικο άνετα.
Το ορειβατικό σκι, ειδικά σε αυτούς τους χωματόδρομους που μαστίζουν τα ελληνικά βουνά, μπορεί κάλλιστα να γίνει πόλος έλξης πιο ψαγμένων τουριστών.
Μια άποψη για τα χειμερινά σπορ γενικά για την Ελλάδα εδώ. Και στις δυο φωτογραφίες διακρίνεται το δασικό χωριό στο βάθος. (Είμασταν μόλις δέκα λεπτά μακριά – με κανονικό αυτοκίνητο άνετα.)
Ηπειρώτικη γρανίτα: η συνταγή
Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Δασικού χωριού είναι ότι δεν …χιονίζεται
εύκολα. Δηλαδή έχεις πιάτο τις χιονισμένες και θεαματικές κορυφές αλλά πολύ σπάνια υπάρχει πρόβλημα στην πρόσβαση ή στην διαμονή. Ορατότητα…κρύσταλλο αυτές τις ηλιόλουστες μέρες αλλά οι χαμηλές θερμοκρασίες την νύχτα δημιουργούν θεαματικούς σταλακτίτες πάγου.
Η συνταγή: πάμε για περπάτημα και μαζεύουμε πάγους και χιόνι. Ανακατεύουμε με την βυσινάδα που φτιάξαμε με αυτά που μαζέψαμε το καλοκαίρι στην κατασκήνωση. Απολαμβάνουμε σε ένα από τα σπιτάκια του δασικού χωριού το απόγευμα!
Γίνεται εμφανές ότι τόσο η παγκόσμια κοινότητα, όσο και η ΕΕ και η Ελλάδα, έχουν στη διάθεση τους τα νομικά εργαλεία για την προστασία του περιβάλλοντος. Παρόλ’ αυτά οι επιστημονικές ενδείξεις φανερώνουν ότι οι περιβαλλοντικές προκλήσεις είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες με τάσεις περαιτέρω υποβάθμισης των φυσικών πόρων και λειτουργιών. Γι’ αυτό, απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη και πιο εντατική προσπάθεια για εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, τόσο όσον αφορά το τυπικό μέρος της νομοθεσίας όσο και την επί της ουσίας εφαρμογή της. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και αντιστροφή των ανησυχητικών επιστημονικών δεδομένων.
Αντίστοιχη είναι η πρόσκληση για την Ελλάδα, όπου η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας χαρακτηρίζεται ως ελλιπής. Τουλάχιστον στο πλαίσιο της ΕΕ, η Ελλάδα θεωρείται ουραγός στην εκπλήρωση των περιβαλλοντικών της δεσμεύσεων. Τα συμπεράσματα των ετήσιων εκθέσεων του WWF Ελλάς «Δεσμεύσεις χωρίς εφαρμογή: Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα» φανερώνουν την επικρατούσα κατάσταση και την εν γένει ελλιπή προστασία του περιβάλλοντος στην χώρα. Όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί η περιβαλλοντική νομοθεσία δεν είναι απομονωμένος τομέας. Είναι απόλυτα συνδεδεμένος με τις πολιτικές προτεραιότητες αλλά και την διοικητική ικανότητα του κάθε κράτους να προσαρμοστεί στις σύγχρονες και πιεστικές προκλήσεις. Ακριβώς για αυτό το λόγο η αποτελεσματική εφαρμογή της απαιτεί κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Απαιτεί δομές, υποδομές, καταρτισμένο και επαρκές προσωπικό, πολιτική βούληση, παρακολούθηση, ελέγχους, κοκ. Για να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις αυτές χρειάζεται ένα λειτουργικό σύγχρονο σύστημα περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Η δημιουργία αυτού πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.
Παράλληλα με τις διεθνείς εξελίξεις, ξεκίνησε και η δραστηριοποίηση της ΕΕ (τότε ΕΟΚ) με την πολιτική και νομική προστασία του περιβάλλοντος. Αρχικά με σκοπό την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής αγοράς, θεσπίστηκαν τα πρώτα περιβαλλοντικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τη δεκαετία του 1970. Στην συνέχεια όμως και λόγω της πίεσης της κοινής γνώμης, η ΕΕ έχει εξελιχθεί σε πρωτοπόρο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, διεθνούς αναγνώρισης. Σήμερα η αειφόρος ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν στόχους της ΕΕ. Η ΕΕ
παρακολουθεί, συμπορεύεται με και συχνά οδηγεί τις διεθνείς περιβαλλοντικές εξελίξεις.
Η αρμοδιότητα της ΕΕ για το περιβάλλον πηγάζει από τα άρθρα 2, 6, και 174-176 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό έχουν υιοθετηθεί πολιτικές δεσμεύσεις και στρατηγικές υψηλότατου επιπέδου (επίπεδο αρχηγών κρατών) αλλά και πληθώρα περιβαλλοντικών νομοθετημάτων (οδηγίες, κανονισμοί και αποφάσεις). Ενδεικτικά, υπάρχουν περισσότερες από 400 Οδηγίες που ρυθμίζουν θέματα περιβαλλοντικής προστασίας όπως η προστασία της φύσης, του ατμοσφαιρικού αέρα, των υδάτων, η ηχορύπανση, η διαχείριση των αποβλήτων αλλά και η πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφορία και η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Επιπρόσθετα το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) βάσει των αποφάσεων του έχει ενισχύσει την περιβαλλοντική νομοθεσία ζητώντας την εφαρμογή της και ερμηνεύοντας τις διατάξεις της.
Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα
Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα ακολουθεί τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συντεταγμένες αρκετά στενά. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ξεκινούν ήδη από πολύ νωρίς, π.χ. ο ορισμός εθνικών δρυμών θεσμοθετήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1930.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας, έτσι όπως διαμορφώθηκε το 1975 θεωρήθηκε για την εποχή του ιδιαιτέρως πρωτοπόρο. Το Σύνταγμα και ειδικότερα το άρθρο 24, έτσι όπως έχει αναθεωρηθεί το 1986 και το 2001:
- κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους και ως δικαίωμα του καθενός,
- θεσπίζει την αρχή της αειφορίας,
- δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των δασών (μαζί με το αρθ. 117, παρ. 3, 4),
- προβλέπει την θέσπιση την κατάρτιση χωροταξικού σχεδίου και πολεοδομικού σχεδιασμού,
- θεσπίζει την υποχρέωση σύνταξης εθνικού κτηματολογίου.
Ο νόμος-πλαίσιο 1650/1986 αποτελεί το βασικό νομοθετικό εργαλείο με το οποίο μεταφράζονται σε πράξη το άρθρο 24 του Συντάγματος και ειδικότερα οι διατάξεις περί υποχρέωσης του κράτους στην περιβαλλοντική προστασία. Οι διατάξεις του συνταγματικού αυτού νόμου ουσιαστικά θέτουν τις βάσεις και θεσπίζονται οι κανόνες και ορίζονται οι προδιαγραφές έτσι ώστε το κράτος και οι μηχανισμοί του να μπορέσουν να υλοποιήσουν συγκεκριμένες δράσεις κι έργα για την προστασία του περιβάλλοντος.
Αν και ο νόμος 1650/1986 θεωρείται πρωτοπόρος για την εποχή του, σήμερα χρήζει αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού. Βέβαια, από το 1986 το νομικό πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος έχει συμπληρωθεί με άλλους νόμους καθώς και Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) και Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ). Επιπλέον, η Ελλάδα έχει κυρώσει με νόμους, ΚΥΑ και ΠΔ πολλές διεθνείς συμβάσεις και ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο οδηγίες της ΕΕ. Επίσης, υπάρχει σειρά διοικητικών και κανονιστικών πράξεων που ορίζουν τις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και ευθύνες.
Σημαντικό επίσης ρόλο στην εδραίωση του περιβαλλοντικού δικαίου στην Ελλάδα έχουν και οι αποφάσεις των δικαστηρίων. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και ειδικά του Ε’ Τμήματος το οποίο αποτελεί τον περιβαλλοντικό θεσμοφύλακα της χώρας.
Το περιβαλλοντικό δίκαιο είναι ένας δυναμικός τομέας δικαίου που έχει εξελιχθεί σε ένα από τους ογκωδέστερους και συνεχώς εξελισσόμενους ειδικούς τομείς δικαίου. Περιλαμβάνει, αναγνωρίζει και θεσπίζει σειρά βασικών αρχών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Πέρα από τις αυστηρές νομικές δεσμεύσεις, σημαντική επιρροή έχουν οι πολιτικές αποφάσεις και τα ψηφίσματα διεθνών οργανισμών, καθώς θέτουν ήπιους κανόνες οι οποίοι καλλιεργούν αίσθημα ευθύνης και τελικά υποχρέωση αλλαγής της συμπεριφοράς στα κράτη.
Όσο πιο τεκμηριωμένα τα επιστημονικά συμπεράσματα, τόσο το νομικό πλαίσιο (ανά)προσαρμόζεται ώστε να ανταποκριθεί πιο αποτελεσματικά στις περιβαλλοντικές προκλήσεις. Τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), οι επιχειρήσεις, η ακαδημαϊκή κοινότητα και η επιστήμη και η εσωτερική διοίκηση του κάθε κράτους καθώς και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν ενεργό ρόλο στη δημιουργία, εφαρμογή, παρακολούθηση και αναθεώρηση της νομοθεσίας. Η εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου επηρεάζει ακόμα και την καθημερινότητα του πολίτη.
Η διατύπωση της αρχής της αειφόρου ανάπτυξης
το 1987 αποτελεί ίσως την πιο σημαντική στιγμή στην ιστορία της περιβαλλοντικής προστασίας. Αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες των σημερινών γενεών χωρίς να στερεί τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. (Εκθεση Brundtland για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, Our Common Future, 1987)
Η πολιτική ωρίμανση της περιβαλλοντικής πολιτικής φανερώνεται στη Συνδιάσκεψη του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη το 1992 όπου καθιερώνεται και πολιτικά η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης, και τονίζεται η ανάγκη τόσο παγκόσμιων λύσεων όσο και τοπικών δράσεων. Ακολουθεί η σύναψη πολλών νέων σύγχρονων περιβαλλοντικών συμβάσεων όπως η Σύμβαση του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (1992) και το μετέπειτα Πρωτόκολλο
του Κιότο (1997), η Σύμβαση για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας (1992), η Σύμβαση του ΟΗΕ για την Αντιμετώπιση της Ερημοποίησης (1994), κοκ.
Όμως μέχρι και σήμερα τα επιστημονικά δεδομένα συνεχίζουν να παρουσιάζουν ανησυχητικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του πλανήτη. Παράλληλα, οι αναπτυξιακές ανάγκες εκατομμυρίων ανθρώπων (πρόσβαση σε βασικές ανάγκες, καθαρό νερό, φαγητό, βασικές συνθήκες υγιεινής, κτλ) είναι πιεστικές, ενώ η υποβάθμιση των λειτουργιών των οικοσυστημάτων συμβάλει στην περαιτέρω εξαθλίωση ορισμένων ομάδων ανθρώπων. Γι’ αυτό και η Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 2002 έθεσε ουσιαστικά ως θέμα προτεραιότητας την εφαρμογή της πληθώρας περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχουν συμφωνηθεί ιδίως κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τσίπουρο απειλεί το ούζο και πολλά άλλα ποτά σε δημοτικότητα τελευταία, αλλά “σε πολλούς Έλληνες υπάρχει μια σύγχυση. Δεν μπορούν να διακρίνουν το ούζο από το τσίπουρο. Κι αυτό γιατί και στα δύο (τουλάχιστον στην Θεσσαλία και Μακεδονία ) υπάρχει ο γλυκάνισος.
Κατά τον κ. Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο θαυμαστό παραγωγό οίνων και αποσταγμάτων το ρακί ή η ρακή είναι η μητέρα και του τσίπουρου και του ούζου. Πάντως τσίπουρο, τσικουδιά, ρακή, μαστίχα, ούζο, ντούζικο ήταν ονομασίες που χαρακτήριζαν όλα τα ποτά που γινόταν από αποστάγματα στεμφύλων αλλά και προσθήκης αλκοόλης με ή χωρίς γλυκάνισο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στη συνέχεια τα προϊόντα αυτά ή διαφοροποιήθηκαν ή κάποια ονόματα χάθηκαν.” (Πιο εκτενής ανάλυση του θέματος από όπου και το απόσπασμα θα βρείτε εδώ.)
Το Σαββατοκύριακο 25-27 Νοεμβρίου, θα οργανωθεί στο Δασικό Χωριό ένα πρόγραμμα τσιπουρογνωσίας. Το πρόγραμμα εκτός από τις επισκέψεις στην περιοχή, περιλαμβάνει επίδειξη παραγωγής τσίπουρου στο Δασικό Χωριό με την παραδοσιακή μέθοδο.
Θα στηθεί ένα παραδοσιακό ρακοκάζανο, σε φωτιά με ξύλα και με τη συνοδεία μεζέδων θα παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία της παραγωγής, δοκιμάζοντας και τη γεύση του τσίπουρου από σταφύλια ζαμπέλας.
“Βασικά μου χρειάζεται μόνο ένα τσιπουράκι για να μεθύσω. Tο πρόβλημα είναι ότι δεν θυμάμαι αν είναι το δέκατο τρίτο ή το δέκατο τέταρτο.” (Και οι δυο αυτές ατάκες ήταν αρχικά για το ούζο από εδώ που έχει κι άλλες.)
Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις – πατήστε εδώ.
Το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο γεννιέται ουσιαστικά μαζί με την περιβαλλοντική πολιτική κατά τη δεκαετία του 1960 όταν αρχίζουν να διατυπώνονται οι πρώτες επιστημονικές ανησυχίες για την κατάσταση του πλανήτη (π.χ. το βιβλίο της Rachel Carson, Silent Spring, 1962). Αυτή η ανησυχία οδηγεί στην ενεργοποίηση των πολιτών και ειδικά κατά τη δεκαετία του 1970 στην πολιτικοποίηση των περιβαλλοντικών θεμάτων με αποτέλεσμα να θεσπιστούν τα πρώτα εθνικά περιβαλλοντικά νομοθετικά μέτρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Το 1972 η Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης για το Ανθρώπινο Περιβάλλον αποτελεί ορόσημο για την καθιέρωση του περιβάλλοντος στην πολιτική ατζέντα, καθώς διαπιστώνεται η ανάγκη παγκόσμιας προσέγγισης για την επίλυση των περιβαλλοντικών θεμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη δεκαετία του 1970 υπογράφονται οι πρώτες διεθνείς περιβαλλοντικές συμβάσεις. (Σύμβαση Ραμσάρ 1971, Σύμβαση CITES 1973, Σύμβαση MARPOL 1973/78, κοκ).
Είκοσι χρόνια μετά τη διατύπωση των πρώτων επιστημονικών ανησυχιών για το περιβάλλον, η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζεται από μαζική ενεργοποίηση πολιτών. Σημαντικό ρόλο στην ωρίμανση της περιβαλλοντικής συνείδησης έχουν κάποια γεγονότα-σοκ (π.χ. ατυχήματα Exxon-Valdez και Chernobyl) και η διατύπωση ακόμα πιο τεκμηριωμένων επιστημονικών μελετών (όπως για την επιρροή της όξινης βροχής στον μέλανα δρυμό ή την ύπαρξη τρύπας του όζοντος). Ως εκ τούτου, δημιουργείται αρκετή πίεση από την κοινή γνώμη για νέες πολιτικές και νομικές πρωτοβουλίες. Το περιβαλλοντικό δίκαιο εκσυγχρονίζεται και οι περισσότερες συμβάσεις έχουν την μορφή συνθήκης- πλαίσιο, που επιτρέπει την προσαρμογή των υποχρεώσεων ανάλογα με τα επιστημονικά δεδομένα και τη διαφοροποίηση τους ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε κράτους να τις εφαρμόσει.
Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισιμως Κινδυνεύον CR [A2cde, C2a(ii)]
■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC
Summary: Black-necked Pheasants, of the nominate subspecies P. c. colchicus, were probably introduced into Greece in prehistoric times (Pollard, 1977). Up to the late 19th century, they were quite widespread and even numerous in Greece, breeding as far south as Sterea Ellada (Akarnania, Attica etc) (Handrinos & Akriotis 1997). Since then their population has undergone a dramatic decline and today the species lives in only one small area of Thrace (Nestos Delta), with a declining population currently (2003-2005) estimated at 100-200 adult birds.
εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Ο φασιανός, το ονομαστικό υποείδος P.c. colchicus, φαίνεται πως εισήχθη στην Ελλάδα στην προϊστορική περίοδο (Pollard 1977). Μέχρι τα τέλη του 19ου αι. είχε πολύ ευρύτερη γεωγραφική κατανομή στην Ελλάδα, που έφτανε νότια μέχρι την Αιτωλοακαρνανία, την Αττική, την Εύβοια κ.ά. (Handrinos & Akriotis 1997). Έκτοτε το είδος υπέστη δραματική μείωση και σήμερα ο μοναδικός του φυσικός πληθυσμός απαντάται μόνο στο Δέλτα Νέστου. Δεν υπάρχουν πλήρεις και αξιόπιστες καταγραφές για το μέγεθος του, αλλά σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εκτίμηση (2003-2005) ο σημερινός πληθυσμός του, στο Δέλτα Νέστου, ανέρχεται σε 100-200 αναπαραγόμενα άτομα (Σώκος & Μπίρτσας 2005). Δεν πρέπει να συγχέεται με τους εκτρεφόμενους φασιανούς που απελευθερώνονται κατά εκατοντάδες για θηρευτικούς λόγους και ανήκουν σε αγνώστου γενετικής προέλευσης υβριδικές ποικιλίες του υποείδους P. c. torquatus.
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην ελλάδα: Άγνωστο
οικολογία: Είδος των πεδινών και ημιπεδινών εκτάσεων, προτιμά κοιλάδες με υδροχαρή βλάστηση, πυκνούρες, φυτοφράχτες κ.ά., ιδιαίτερα σε γειτνίαση με καλλιεργούμενες εκτάσεις, κυρίως με αραβόσιτο.
Απειλές: Απειλείται από αλλαγές στις καλλιεργητικές πρακτικές (εκμηχάνηση, εντατικοποίηση της γεωργίας, αγροχημικά, αναδασμοί, καταστροφή φυτοφραχτών κλπ), κυρίως όμως από τη λαθροθηρία και τον υβριδισμό με τους εκτρεφόμενους για θηρευτικούς λόγους φασιανούς, που απελευθερώνονται ανεξέλεγκτα ακόμη και σε ακατάλληλους για το είδος βιοτόπους.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Μη θηρεύσιμο είδος, ολόκληρος ο πληθυσμός του απαντάται εντός των ορίων της περιοχής ΖΕΠ/Natura 2000 “Δέλτα Νέστου”. Ένας πολύ μικρός αριθμός ατόμων αναπαράγεται στο εκτροφείο θηραμάτων της Δασικής Υπηρεσίας στη Χρυσούπολη, αν και η γενετική καθαρότητα των πουλιών αυτών δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη.
μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Ουσιαστική διαχείριση και προστασία της ΖΕΠ “Δέλτα Νέστου”, αυστηρός έλεγχος της λαθροθηρίας και του υβριδισμού, εκπόνηση ειδικής μελέτης για τη διατήρηση και αναπαραγωγή ατόμων σε αιχμαλωσία, με στόχο το μελλοντικό αναπληθυσμό καταλλήλων για το είδος περιοχών.
Mergus merganser Linnaeus, 1758 Χηνοπρίστης, Goosander
Κατηγορία κινδύνου στην Ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [D] ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC
Summary: The Goosander is a very rare and local resident in Greece. It was first discovered nesting in L. Prespa, Greece, in 1968 (Bauer & Hodge 1970) and today a small resident and isolated population (estimated at 5-10 pairs) (Koutseris pers. com.) still breeds in the same site. This population overwinters also in the same region (Prespa and L. Kastoria) but a few individuals also winter elsewhere
in Greece, almost exclusively in Thrace and Macedonia. Maximum MWC in Greece 94 ind. (L. Kasto- ria, 28-1-1989).
Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Ο χηνοπρίστης είναι πολύ σπάνιο και τοπικό επιδημητικό είδος στην Ελλάδα. Ουσιαστικά δεν απαντάται νότια της Μακεδονίας/ Θράκης, παρά μόνο περιστασιακά ή ως παραπλανημένος επισκέπτης. Καταγράφηκε να φωλιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1968, στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα (Bauer &
Hodge 1970), που έκτοτε φιλοξενεί το μοναδικό στην Ελλάδα αναπαραγόμενο πληθυσμό του είδους. Ο πληθυσμός αυτός εκτιμάται σε 5-10 ζευγ. (Κουτσερή προσ. ε- πικ.) και φαίνεται πως παραμένει μόνιμα εκεί ή, σε περιπτώσεις ισχυρής παγωνιάς, μετακινείται στη Λ. Καστοριάς, όπου έχει καταγραφεί και ο μέγιστος πληθυσμός του είδους στην Ελλάδα (94 άτομα, 28-1-1989). Ελάχιστα άτομα διαχειμάζουν, αλλά όχι κάθε χρόνο, στη Λ. Κερκίνη, ενώ μεμονωμένα άτομα έχουν επίσης παρατηρηθεί στη Λ. Βόλβη, στη Λ. Βιστωνίδα κ.α. (Handrinos & Akriotis 1997, Αλιβιζάτος και συν. υπό προετοιμασία).
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην ελλάδα: <1% του ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006).
οικολογία: Μεγαλόσωμη πάπια, που προτιμά σχεδόν αποκλειστικά υγρότοπους γλυκού νερού και ιδίως ολιγοτροφικές-μεσοτροφικές λίμνες. Στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα φωλιάζει σε βραχώδεις ακτές. Τρέφεται με ψάρια, ασπόνδυλα κ.ά. Διαχειμάζει επίσης σε λίμνες γλυκού νερού, ενίοτε σε υφάλμυρους υγρότοπους (π.χ. λιμνοθάλασσες) και πολύ σπάνια σε κλειστές θαλάσσιες περιοχές. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη βιολογία/οικολογία της στην Ελλάδα.
Απειλές: Ο αναπαραγόμενος στην Ελλάδα πληθυσμός φαίνεται μάλλον ασφαλής, αλλά παραμένει πολύ μικρός και απομονωμένος από τους υπόλοιπους των Βαλκανίων. Τα διαχειμάζοντα άτομα αντιμετωπίζουν κινδύνους από λαθροθηρία ή από πνιγμό λόγω (τυχαίας) παγίδευσής τους σε δίχτυα ψαράδων.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Προστατευόμενο είδος, ολόκληρος ο αναπαραγόμενος και διαχειμάζων στην Ελλάδα πληθυσμός του απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000.
μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Μελέτη της βιολογίας και της οικολογίας του αναπαραγόμενου στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα πληθυσμού, ενημέρωση των ψαράδων, έλεγχος της λαθροθηρίας.

















