H Γερακίνα είναι το πιο κοινό αρπακτικό που υπάρχει στη χώρα μας. Αναφέρεται συχνά στα δημοτικά μας τραγούδια. Πετάει πάνω από αγρούς για να εντοπίσει την τροφή της και κάθεται σε στύλους ή σε μεγάλες πέτρες.
‘Οταν πετάει μπορούμε εύκολα να την αναγνωρίσουμε γιατί έχει φαρδιές φτερούγες, στρογγυλεμένη ουρά και πολύ κοντό λαιμό. Το πάνω μέρος του σώματος της είναι σκούρο καφετί και το κάτω λευκό με καφετιά στίγματα. Η ουρά της έχει σταχτιές και καστανές ραβδώσεις και μια πλατιά μαύρη λωρίδα στην άκρη.
Φωλιάζει σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και στα περισσότερα από τα μεγάλα νησιά. Το χειμώνα έρχονται και άλλα άτομα στη χώρα μας και μπορούμε να τη δούμε σε παράκτιες περιοχές και γύρω από μεγάλους υγροτόπους. Πολύ συχνά τη βλέπουμε σε αγροτικές περιοχές, καθώς προτιμά να τρέφεται με ποντικούς.
Η φωνή της αποτελείται από «κγιά», «κγιά» και «κάα »και «κά-α» που εναλλάσσονται.
Ο Δενδροσπουργίτης έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον Σπιτοσπουργίτη. Δε θα τον συναντήσουμε τόσο εύκολα όμως, αφού αποφεύγει τους ανθρώπους καθώς είναι πολύ φοβιτσιάρικο πουλί.
Ο Δενδροσπουργίτης είναι λίγο πιο μικρός από τον Σπιτοσπουργίτη. Έχει καστανό φτέρωμα στην κορυφή του κεφαλιού και από ένα μαύρο σημάδι σε κάθε μάγουλο. Το πάνω μέρος του σώματος του είναι καφετί και το κάτω λευκό. Και το αρσενικό και το θηλυκό έχουν ίδιο μέγεθος και χρωματισμό.
Mπορούμε να τον δούμε όλο το χρόνο σε αρκετά σημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προτιμά τις αγροτικές περιοχές και τα περίχωρα των χωριών και των πόλεων για να τραφεί, αρκεί να υπάρχουν και δέντρα για να φωλιάσει.
Φωνή του είναι ένα οξύ «σιρ», «τσιρ» και ένα επαναλαμβανόμενο «σιρ-σιπ». Εδώ μια φόρμα παρατήρησης πτηνών από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καστοριάς. To είδος δεν απειλείται σύμφωνα με τον Φιλότη.(Από το βιβλίο " Πουλιά που ζουν στους αγρούς και τα δάση" του Κώστα Βασιλάκη.)
Ο ήχος των καταρρακτών εξακολουθεί να φτάνει ως το μπαλκόνι μας. Η ροή, ωστόσο, μετά τη διακοπή της νεροποντής, μοιάζει να έχει ανεπαίσθητα λιγοστέψει. Σε αντίθεση με το χθεσινά ανταριασμένο πρωινό, η ατμόσφαιρα σήμερα έχει καθαρίσει αισθητά. Για πρώτη φορά αντικρύζουμε τις κορφές με ψηλότερη το Καταφίδι ή Καταφύγι, στα 2.393 μέτρα. Οι προβλέψεις χιονιού όμως πολύ λίγο επαληθεύτηκαν. Μόνον πάνω από τα 1500 περίπου μέτρα πασπαλίστηκε και άσπρισε ελαφρά ο όγκος των Τζουμέρκων.

0 Χρήστος Σαλαμούρας, παραδοσιακός κτηνοτρόφος ίων Τζουμέρκων, ξεκουράζεται στον αυχένα ίου Προφήτη Ηλία.
Πρώτος μας προορισμός το εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής. Λίγο πριν φτάσουμε στους καταρράκτες ανηφορίζουμε αριστερά έναν χωματόδρομο, κατάλληλο μόνον για 4×4. Γρήγορα μπαίνουμε στη ζώνη των έλατων και, 900 μέτρα πιο πάνω, συναντάμε ένα ανακαινισμένο παραδοσιακό αλώνι. Στα 2.5 χλμ. ο δρόμος τερματίζει σ’ έναν αυχένα με πλακόστρωτο πλάτωμα. Με την ίδια πλάκα είναι στρωμένο το ανηφορικό, απότομο μονοπάτι προς την κορυφή του λόφου της Αγ. Παρασκευής, στα 1413 μέτρα. Καθόλου δεν θα μας ενοχλούσε, αν το μονοπάτι ήταν χωμάτινο ή πετρώδες ή – βέβαια – παραδοσιακό καλντερίμι. Αντίθετα, μας ξενίζει και μας ενοχλεί αυτό το πλακόστρωτο, τόσο ξένο με την φΰση του βουνοΰ αλλά και τόσο κακότεχνο. Ήδη πολλές πλάκες έχουν αποκολληθεί και οι τσιμεντένιοι αρμοί έχουν θρυμματιστεί. Το χειμώνα με πάγο πρέπει να είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Λίγο πιο πάνω βελτιώνεται κάπως η κατάσταση αφοΰ οι πλάκες έχουν αντικατασταθεί με μικρότερες πέτρες, λιγότερο ολισθηρές.Όπως και νάναι, σε λιγότερο από ένα 10 λεπτο φτάνουμε στο εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής και σ’ ένα δίλεπτο ακόμη στην ομαλή κορυφή του λόφου, στο τσιμεντένιο κολωνάκι της Γ.Υ.Σ. Στο εκτεθειμένο σημείο που βρισκόμαστε ο αέρας είναι ψυχρός και δυνατός. Η θέα όμως είναι από τις πιο εντυπωσιακές. Πολΰ κοντά στα ΒΑ οι κατακόρυφες πλαγιές και χαράδρες των Τζουμέρκων καλυμμένες, αποκλειστικά από έλατα. Σ’ όλο τον ανατολικό ορίζοντα ορθώνονται, η μία μετά την άλλη, οι κορυφές των Τζουμέρκων, γυμνές από βλάστηση, σκέτη πέτρα, προσιτές μόνον σε αναρριχητές και αετούς. Χαμηλά προς τα νότια εκτείνεται η μακρόστενη κοιλάδα του Άραχθου, μισοκρυμμένη στις ομίχλες. Στο βάθος γυαλίζει η επιφάνεια του Αμβρακικού. Πιο πίσω τα Ακαρνανικά βουνά, ένας ορίζοντας πολλών δεκάδων χιλιομέτρων. Στα ΝΔ και Δ το οπτικό μας βεληνεκές περιορίζεται από τον μακρΰ όγκο του Ξεροβουνιοΰ. Πίσω του τα όρη του Σουλίου και ο μισοχιονισμένος Τόμαρος. Βορειότερα το Περιστέρι, η Νεμέρτσικα και η Τΰμφη. Χαμηλά, κατάσπαρτα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, δεκάδες χωριά και συνοικισμοί. Είναι συναρπαστικό, πόσα ποικίλα τοπία μπορούμε ν’ αντικρΰσουμε από ένα ταπεινό λόφο σε υψόμετρο μόλις 1400 μέτρων.Επιστρέφουμε στο Δασικό Χωριό και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα βρίσκουμε τον χωματόδρομο που ανηφορίζει στο βουνό. Στα 3.3 χλμ. από την άσφαλτο φτάνουμε σ’ ένα πλάτωμα με το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία και βρΰση χτισμένη με πελεκητή πέτρα από την Διεύθυνση Δασών Αρτας το 1998. Πλούσια ροή απόλυτα παγωμένου νεροΰ. Αδύνατον να πιει κανείς πάνω από τρεις – τέσσερις γουλιές. Εδώ συναντάμε με τα κατσίκια του τον Χρήστο Σαλαμοΰρα του Γεωργίου, από τον Καταρράκτη. Μέτριο ανάστημα, φυσιογνωμία συμπαθητική και γραφική. Αν κι είναι 70 ετών, δεν μοιάζει πάνω από 60. Είναι, προφανώς, η ευνοϊκή επίδραση του βουνού, όπου έζησε ο Χρήστος όλη του τη ζωή.
-Από τα 12 χρόνια μον ανεβοκατεβαίνω στα Τζουμέρκα, λέει ο Χρήστος 365μέρες το χρόνο.
-Δεν βαρέθηκες πια;
-Μ’ αρέσει, αυτή ειν’ η ζωή μον.
Μάθημα απλής φιλοσοφίας από τον ποιμένα των Τζουμέρκων.
Συνεχίζουμε. Το οδόστρωμα αγριεύει το ίδιο και ο καιρός. Στα 5.5 χλμ. συναντάμε μικρό τσιμεντένιο καλύβι και ποτίστρα με νερό καλυμμένο από στρώμα πάγου. Το ελαφρό χιόνι που έχει πέσει τη νύχτα είναι κι αυτό παγωμένο.
-Πάμε να βρούμε έναν απόκρνφο καταρράκτη, λέει ο Χρήστος.
Έδαφος τραχύ, με πέτρες και αγκάθια. 7 λεπτά αργότερα συναντάμε χτιστό κανάλι, που κάποτε διοχέτευε νερό από τα υψίπεδα των Τζουμέρκων στα χωραφάκια που βρίσκονταν χαμηλότερα με κτήματα και καλλιέργειες σιτηρών. Ένα έργο μεγάλου μήκους, αξιοθαύμαστο. Πού και πού διασταυρωνόμαστε με το σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή. Ακούγεται ήχος βουερός. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά αποκαλύπτεται πολύ κοντά μας μια χαράδρα με κατακόρυφες σχεδόν ορθο- πλαγιές. Εδίό σχηματίζεται ένας καταρράκτης με εντυπωσιακή ροή και ύψος που ξεπερνάει τα 50 μέτρα. Καταλήγει στο ρέμα που περνάει αριστερά από τον οικισμό του Καταρράκτη, χωρίς να συναντάει τους άλλους δυο.
Επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο. Χιονίζει ελαφρά και η θερμοκρασία είναι ένας βαθμός πάνω απ* το μηδέν. Το οίκημα του καταφυγίου διακρίνεται ψηλότερα, πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αφήνουμε σε μια απότομη στροφή το αυτοκίνητο και συνεχίζουμε με τα πόδια σε οδόστρωμα ανώμαλο. παγωμένο και ολισθηρό. 10 σχεδόν λεπτά αργότερα φτάνουμε στο καταφύγιο. σε υψόμετρο 1650 μέτρων. Νωρίτερα έχουμε πηδήξει με δυσκολία πάνω από το ορμητικό ρέμα που διασχίζει το δρόμο και τροφοδοτεί χαμηλότερα τον αθέατο καταρράκτη.
Το καταφύγιο είναι χτισμένο σε σημείο κορυφαίας θέας και απέχει 9 χλμ. από την άσφαλτο. Είναι διώροφο, επενδεδυμένο με πέτρα
και στεγασμένο με πλάκα. Προσωρινά όμως δεν λειτουργεί. Ψηλά στα ΝΑ ορθώνεται η κορυφή Καταφίδι. Ένας τραχύς δρόμος, που συντηρείται το καλοκαίρι, συνεχίζει μέχρι την κορυφή και μετά χαμηλώνει ανατολικά προς Θεοδώριανα. Κάτι βέβαια, που βρίσκει αντίθετους όλους τους ιδεολόγους περιπατητές και ορειβάτες. Προσδοκούμε ν’ ανέβουμε το καλοκαίρι στην κορυφή, όχι βέβαια με το αυτοκίνητο.
Η λασπομαχία στον πρόσφατα διανοιγμένο δασικό δρόμο, που προβλέπεται να ασφαλτοστρωθεί, συνεχίζεται για 7.7 χλμ, ως το εκκλησάκι. Είναι χτισμένο με πελεκητή πέτρα το 1947. Το σημαντικότερο, ωστόσο, χαρακτηριστικό της περιοχής είναι το δάσος των πελώριων βουνο- κυπάρισσων ή κεδροκυπάρισσων, πολλά από τα οποία είναι ηλικίας πολλών αιώνων.
Πρωτη νυχτα στο δασικο χωριο
Το τζάκι καίει δυνατά στο καθιστικό του Δασικού Χωρίου. Μα και τα σώματα του καλοριφέρ είναι όλα αναμμένα. Όχι άδικα. Τη νυχτερινή τούτη ώρα, η θερμοκρασία στο υψόμετρο των 900 μέτρων, δεν ξεπερνάει τους τρεις βαθμούς. Κόσμος πολΰς, τόσο στο σαλονάκι γύρω από το τζάκι, όσο και στα τραπέζια που είναι αραδιασμένα κατά μήκος της τζαμαρίας. Το ξύλο είναι κυρίαρχο παντού: στο πάτωμα, στους τοίχους, στο ταβάνι. Μια αίσθηση τόσο διαφορετική. Μια κατασκευή ανάλαφρη, στο φυσικό χρώμα του ξΰλου και σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον του βουνοΰ.
Ωραία ξένη μουσική σε ένταση σωστή. Στους τοίχους φωτογραφίες από τοπία της περιοχής αλλά και από ορεινούς όγκους της Ελλάδας και του κόσμου. Μπροστά σε μια φωτογραφία σταματάω περισσότερο. Δεν μοιάζει νάναι τοπίο Ελληνικό. Δεν διακρίνεται οΰτε ίχνος γης, τα πάντα είναι καλυμμένα από χιόνι παγωμένο, από τα χαμηλότερα σημεία του τοπίου ως την μυτερή κορυφή. Σ’ αυτό τον εξωπραγματικό τόπο, υπάρχει μια και μοναδική φιγούρα ανθρώπου. Δεν διακρίνονται καθόλου χαρακτηριστικά. Τα μάτια είναι αθέατα, πίσω από σκούρα γυαλιά. Πρόσωπο και κεφάλι είναι καλυμμένα, απόλυτα προστατευμένα από σκούφο. Ορειβατικό μπουφάν ισχυροΰ ψΰχους και μπότες με γκέτες συμπληρώνουν την αμφίεση της ανθρώπινης σιλουέττας. Αναρωτιέμαι ποιος νάναι ο άνθρωπος και ποιος νά’ναι ο τόπος.
-Ακριβώς 9 χρόνια πριν, λέει πίσω μου μια φωνή. Τον Δεκέμβριο τον 1999 ήμουν εκεί.
Γυρίζω κι έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χρήστο Λάμπρη, τον οικοδεσπότη μας στο Δασικό Χωριό. Αγκαλιαζόμαστε. Στα 11 χρόνια που πέρασαν από την πρώτη μας γνωριμία στη σκιά των Μετεώρων, η φυσιογνωμία του έχει παραμείνει σχεδόν απαράλλαχτη.
-Και ποιος ήταν αυτός ο τόπος που βρέθηκες τον Δεκέμβριο του 1999;
-Η κορυφή Βίνσον Μασσίφ, στα 5.140 μέτρα, λέει ο Χρήστος. Με τέτοια φυσικότητα και απλότητα σαν να μιλάει για την κορυφή Καταφιδι των Τζουμέρκων.
-Έχείς ανεβεί και πολύ ψηλότερες, λέει η Άννα.
-Ναι, απαντάει ο Χρήστος, με τη διαφορά ότι αντή βρίσκεται στον Νότιο Πόλο. Τον Δεκέμβριο, που στο νότιο ημισφαίριο είναι καλοκαίρι, η θερμοκρασία ήταν 47 βαθμοί κάτω απ’ το μηδέν.

Μια από τις καμάρες του πειρόχπσιου Υδραγωγείου της Αγίας Αικατερίνης, (επάνω) Το καθολικό της Μονής βρίσκεται σε θέση εκπληκτική στους πρόποδες των Τζουμέρκων.
30 χρόνια έχει συμπληρώσει ο φίλος μας από τότε που, νεαρός ακόμα, άρχισε ν’ ανεβαίνει στις κορυφές της Ελλάδας και του κόσμου, να συμμετέχει σε μερικές από τις πιο παράτολμες ορειβατικές αποστολές. Ιδρυτικό μέλος της TREKKING HELLAS, έχει εκπαιδεύσει και συνοδεύσει χιλιάδες ανθρώπους σε κάθε μορφής δραστηριότητα στη φύση. Κάτι βέβαια, που συνεχίζει μέχρι σήμερα, εδώ στον Καταρράκτη των Τζουμέρκων. Παρέχοντας, επί πλέον, διαμονή και εστίαση στο Δασικό Χωριό. Που, μαζί με άλλα πέντε σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας προηγουμένων κυβερνήσεων, για να συμβάλει στην ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού. Έτσι ο Χρήστος ανέλαβε εδώ και πέντε χρόνια τη λειτουργία του συγκεκριμένου Δασικού Χωριού, που έχει επιπλέον το πλεονέκτημα, ότι βρίσκεται κοντά στον τόπο καταγωγής του, τους Ραφταναίους.
-Από τα παιδικά μου χρόνια, δυο ήταν οι μεγάλες μου αγάπες στη φύση της περιοχής, λέει ο Χρήστος. Ο Άραχθος και τα Τζουμέρκα. Πάνω από χίλιες φορές έχω κατέβει μέχρι τώρα με rafting το ποτάμι. Αλλοτε είναι βουερό και τρικνιιισιιένο και άλλοτε ήπιο και γαλήνιο. Πάντοτε όμως θεαματικό και πανέμορφο. Το ωραιότερο ποτάμι για rafting στην Ελλάδα, που απευθύνεται σ’ ένα ευρύ κοινό. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν ζήσει μαζί μου στο ποτάμι εμπειρίες αληθινά συναρπαστικές.
-Φαντάζομαι. ότι και τα πρώτα σου ορειβατικά βήματα στα Τζουμέρκα τα έχεις κάνει, λέω στον Χρήστο.
-Παραδόξως όχι, μου απαντάει Από το χωριό έφυγα στα 12, αμέσως μετά το Δημοτικό. Μέχρι τότε δεν είχα προλάβει ν’ ανέβω στο βουνό. Αυτό που θυμάμαι, ωστόσο, είναι, ότι ρωτούσα συνέχεια τη γιαγιά μου να μου πει, τι υπήρχε πίσω απ’ τις κορφές, πίσω από εκείνον τον πελώριο ορεινό φράχτη που απέκλειε τον
ορίζοντα. Ήταν τέτοια η θέση τον σπιτιού μας, που οι κορυφές των Τζουμέρκων ήταν το πρώτο πράγμα πον έβλεπα το πρωί και το τελενταίο το βράδν. Στα μάτια της παιδικής μον ηλικίας φάνταζαν θεόρατες, ως τον ονρανό. Ήταν μια διαρκής πρόκληση, ένα ακατανίκητο κάλεσμα. Ναι, μπορώ να πω με κάθε βεβαιότητα, ότι εκείνες οι κορνφές των Τζονμέρκων είχαν καταλυτική επίδραση στην κατοπινή αγάπη μον για τον κόσμο των βοννών.
Η νύχτα προχωράει. Επί τέλους κάποια στιγμή φτάνει και ο Βολιώτης φίλος μας, ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, ταλαιπωρημένος από χιονοθύελλα και ομίχλες στην ορεινή διάβαση του Μπάρου, πάνω από τους Καλαρρύτες και το Ματσούκι. Είναι μια διαδρομή που σκαρφαλώνει ως τα 1900 περίπου μέτρα και διασχίζει τοπία ανυπέρβλητης ωραιότητας. Με δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ωστόσο, το εγχείρημα μπορεί να οδηγήσει σε περιπέτειες.
-Να βάλω ένα ντόπιο τσιπουράκι από «ζαμπέλλα»; ρωτάει ο Χρήστος.
Κανείς μας δεν αρνείται και, πολύ περισσότερο, ο βολιώτης φίλος μας, μετά μάλιστα την πολύωρη ταλαιπωρία του μέσα στα βουνά. Αποσυρόμαστε στο ξύλινο σπιτάκι μας. Ψηλοτάβανο, ευρύχωρο, με μεγάλο καθιστικό, πλήρη κουζίνα, μπανιέρα στο μπάνιο και υπνοδωμάτιο για τρεις. Τις πάμπολλες κατασκευαστικές ατέλειες που υπήρχαν, τις έχει περιορίσει ο Χρήστος στο ελάχιστο. Το τζάκι μας ανάβει αμέσως και τραβάει περίφημα, χωρίς ίχνος καπνού. Ο θόρυβος της βροχής δυναμώνει στην τσίγκινη σκεπή, συνυπάρχει υπέροχα με το τριζοβόλημα των ξύλων. Η πρώτη νΰχτα στην αγκαλιά των Τζουμέρκων είναι όπως πραγματικά πρέπει να είναι.
ΤΟ ΔΕΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Περιμένουμε υπομονετικά την σταδιακή υποχώρηση της ομίχλης και της νύχτας, την επικράτηση της μέρας. Δεν συμβαίνει πριν από τις 10. Βγαίνω για λίγο στο μπαλκόνι. Ένας θόρυβος, σαν μουγκρητό, φτάνει στ’ αυτιά μου. Ψάχνω ολόγυρα, προσπαθώ να εντοπίσω την αιτία του βουητοΰ. Τα πάντα είναι ήρεμα, τίποτε δεν κινείται. Το βλέμμα μου σταματάει μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα, στα Τζουμέρκα. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται ο εντυπωσιακός όγκος του βουνοΰ. Οι κορυφές βέβαια εξακολουθούν να είναι αθέατες πίσω από βαριά, σταχτόγκριζα σύννεφα.
Εκεί λοιπόν, στο κέντρο των Τζουμέρκων, ξεχύνονται από δυο διόδους στα σπλάχνα των γκρεμών δυο γιγάντιοι, ολόλευκοι καταρράκτες. Τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα μας χωρίζουν στην ευθεία. Δεν είναι όμως ικανά να σταθούν εμπόδιο ανάμεσα στον φοβερό πάταγο των καταρρακτών και σε μας. Ποτέ δεν έχουμε ξαναδεί και κυρίως, ξανακούσει, θόρυβο καταρράκτη από τόση απόσταση. Είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Η βροχή εξακολουθεί να πέφτει, δεν μας κρατάει όμως ο τόπος. Οι καταρράκτες των Τζουμέρκων μας έλκουν κοντά τους με τη δύναμη μαγνήτη.
Κείμενο και εικόνα από το καταπληκτικό αφιέρωμα στο δασικό χωριό Κέδρος του περιοδικού Ελληνικό Πανόραμα.
Μια από τις αγαπημένες μου γωνιές στο δασικό χωριό είναι η θέα από το εστιατόριο.
Έχεις πιάτο όλη την μαγική κοιλάδα του Άραχθου και σε καλή μέρα νομίζεις ότι βλέπεις την θάλασσα προς Άρτα. Συχνά έχει λίγα σύννεφα κάπου εκεί κάτω, έτσι για …γαρνιτούρα. Αν πρόβαλλε το κεφάλι κάποιου δεινόσαυρου κάπου στο τοπίο δεν θα μου έκανε εντύπωση. Η πανάρχαια δύναμη της εικόνας είναι επιβλητική.
Ότι ώρα και να κοιτάξω προς τα εκεί μου κόβει την ανάσα. Το πρωί καθώς κάπου στο βάθος φαίνονται αραιά αυτοκίνητα στον δρόμο από την άλλη μεριά του βουνού και η κοιλάδα ξυπνάει. Το μεσημέρι με ένα ελαφρύ αεράκι τόσο φρέσκο που λες να το κόψεις φέτες σαν συνοδευτικό στην χορτόπιτα. Και βέβαια το σούρουπο που όλο μετατρέπεται σε …θρησκευτική μεταφυσική εκκλησία επικοινωνίας με το Άλλο.
Η θέα το βράδυ είναι εντυπωσιακά δυναμική. Είτε με φεγγάρι και αυτά τα παιχνιδιάρικα σύννεφα που σχηματίζονται και εξαφανίζονται τόσο γρήγορα γύρω του ή με σκοτάδι. Που όμως δεν είναι σκοτάδι γιατί φωτίζουν τα βουνά γύρω και όταν κοιτάξεις προς τα κάτω ξεδιπλώνεται όλη η φλύαρη σύγχρονη πραγματικότητα. Αλλά από μακριά, έτσι όπως πρέπει για να στοχαστείς καλύτερα…
Χιονοπαιχνίδια γύρω από το δασικό χωριό

Μερικοί ζητάνε να γίνει χιονοδρομικό κέντρο κοντά στην Κόνιτσα ή άλλα βουνά. Δεν υπολογίζουν την καταστροφή του περιβάλλοντος και σπάνια γίνεται μια – έστω και υποτυπώδης – ανάλυση των επιπτώσεων από αυτό το είδους του τουρισμού στις μακροπρόθεσμες προοπτικές ενός τόπου. (Για τα ζώα της περιοχής ούτε λόγος βέβαια…)
Στο μεν δασικό χωριό μπορεί σπάνια να πιάνει χιόνι, αλλά πολύ εύκολα, ακόμα και χωρίς τζιπ μπορείτε να ανεβείτε προς το καταφύγιο για να βρείτε εύκολα χιόνι για παιχνίδι, έλκηθρο ή απλά ωραίες βόλτες. Πόσο μάλλον με αυτόν τον υπέροχο καιρό των τελευταίων ημερών με τον οποίο κυκλοφορείς με το κοντομάνικο άνετα.
Το ορειβατικό σκι, ειδικά σε αυτούς τους χωματόδρομους που μαστίζουν τα ελληνικά βουνά, μπορεί κάλλιστα να γίνει πόλος έλξης πιο ψαγμένων τουριστών.
Μια άποψη για τα χειμερινά σπορ γενικά για την Ελλάδα εδώ. Και στις δυο φωτογραφίες διακρίνεται το δασικό χωριό στο βάθος. (Είμασταν μόλις δέκα λεπτά μακριά – με κανονικό αυτοκίνητο άνετα.)
Ηπειρώτικη γρανίτα: η συνταγή
Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Δασικού χωριού είναι ότι δεν …χιονίζεται
εύκολα. Δηλαδή έχεις πιάτο τις χιονισμένες και θεαματικές κορυφές αλλά πολύ σπάνια υπάρχει πρόβλημα στην πρόσβαση ή στην διαμονή. Ορατότητα…κρύσταλλο αυτές τις ηλιόλουστες μέρες αλλά οι χαμηλές θερμοκρασίες την νύχτα δημιουργούν θεαματικούς σταλακτίτες πάγου.
Η συνταγή: πάμε για περπάτημα και μαζεύουμε πάγους και χιόνι. Ανακατεύουμε με την βυσινάδα που φτιάξαμε με αυτά που μαζέψαμε το καλοκαίρι στην κατασκήνωση. Απολαμβάνουμε σε ένα από τα σπιτάκια του δασικού χωριού το απόγευμα!
Γίνεται εμφανές ότι τόσο η παγκόσμια κοινότητα, όσο και η ΕΕ και η Ελλάδα, έχουν στη διάθεση τους τα νομικά εργαλεία για την προστασία του περιβάλλοντος. Παρόλ’ αυτά οι επιστημονικές ενδείξεις φανερώνουν ότι οι περιβαλλοντικές προκλήσεις είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες με τάσεις περαιτέρω υποβάθμισης των φυσικών πόρων και λειτουργιών. Γι’ αυτό, απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη και πιο εντατική προσπάθεια για εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, τόσο όσον αφορά το τυπικό μέρος της νομοθεσίας όσο και την επί της ουσίας εφαρμογή της. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και αντιστροφή των ανησυχητικών επιστημονικών δεδομένων.
Αντίστοιχη είναι η πρόσκληση για την Ελλάδα, όπου η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας χαρακτηρίζεται ως ελλιπής. Τουλάχιστον στο πλαίσιο της ΕΕ, η Ελλάδα θεωρείται ουραγός στην εκπλήρωση των περιβαλλοντικών της δεσμεύσεων. Τα συμπεράσματα των ετήσιων εκθέσεων του WWF Ελλάς «Δεσμεύσεις χωρίς εφαρμογή: Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα» φανερώνουν την επικρατούσα κατάσταση και την εν γένει ελλιπή προστασία του περιβάλλοντος στην χώρα. Όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί η περιβαλλοντική νομοθεσία δεν είναι απομονωμένος τομέας. Είναι απόλυτα συνδεδεμένος με τις πολιτικές προτεραιότητες αλλά και την διοικητική ικανότητα του κάθε κράτους να προσαρμοστεί στις σύγχρονες και πιεστικές προκλήσεις. Ακριβώς για αυτό το λόγο η αποτελεσματική εφαρμογή της απαιτεί κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Απαιτεί δομές, υποδομές, καταρτισμένο και επαρκές προσωπικό, πολιτική βούληση, παρακολούθηση, ελέγχους, κοκ. Για να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις αυτές χρειάζεται ένα λειτουργικό σύγχρονο σύστημα περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Η δημιουργία αυτού πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.
Παράλληλα με τις διεθνείς εξελίξεις, ξεκίνησε και η δραστηριοποίηση της ΕΕ (τότε ΕΟΚ) με την πολιτική και νομική προστασία του περιβάλλοντος. Αρχικά με σκοπό την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής αγοράς, θεσπίστηκαν τα πρώτα περιβαλλοντικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τη δεκαετία του 1970. Στην συνέχεια όμως και λόγω της πίεσης της κοινής γνώμης, η ΕΕ έχει εξελιχθεί σε πρωτοπόρο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, διεθνούς αναγνώρισης. Σήμερα η αειφόρος ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν στόχους της ΕΕ. Η ΕΕ
παρακολουθεί, συμπορεύεται με και συχνά οδηγεί τις διεθνείς περιβαλλοντικές εξελίξεις.
Η αρμοδιότητα της ΕΕ για το περιβάλλον πηγάζει από τα άρθρα 2, 6, και 174-176 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό έχουν υιοθετηθεί πολιτικές δεσμεύσεις και στρατηγικές υψηλότατου επιπέδου (επίπεδο αρχηγών κρατών) αλλά και πληθώρα περιβαλλοντικών νομοθετημάτων (οδηγίες, κανονισμοί και αποφάσεις). Ενδεικτικά, υπάρχουν περισσότερες από 400 Οδηγίες που ρυθμίζουν θέματα περιβαλλοντικής προστασίας όπως η προστασία της φύσης, του ατμοσφαιρικού αέρα, των υδάτων, η ηχορύπανση, η διαχείριση των αποβλήτων αλλά και η πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφορία και η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Επιπρόσθετα το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) βάσει των αποφάσεων του έχει ενισχύσει την περιβαλλοντική νομοθεσία ζητώντας την εφαρμογή της και ερμηνεύοντας τις διατάξεις της.
Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα
Η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα ακολουθεί τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συντεταγμένες αρκετά στενά. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ξεκινούν ήδη από πολύ νωρίς, π.χ. ο ορισμός εθνικών δρυμών θεσμοθετήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1930.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας, έτσι όπως διαμορφώθηκε το 1975 θεωρήθηκε για την εποχή του ιδιαιτέρως πρωτοπόρο. Το Σύνταγμα και ειδικότερα το άρθρο 24, έτσι όπως έχει αναθεωρηθεί το 1986 και το 2001:
- κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους και ως δικαίωμα του καθενός,
- θεσπίζει την αρχή της αειφορίας,
- δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των δασών (μαζί με το αρθ. 117, παρ. 3, 4),
- προβλέπει την θέσπιση την κατάρτιση χωροταξικού σχεδίου και πολεοδομικού σχεδιασμού,
- θεσπίζει την υποχρέωση σύνταξης εθνικού κτηματολογίου.
Ο νόμος-πλαίσιο 1650/1986 αποτελεί το βασικό νομοθετικό εργαλείο με το οποίο μεταφράζονται σε πράξη το άρθρο 24 του Συντάγματος και ειδικότερα οι διατάξεις περί υποχρέωσης του κράτους στην περιβαλλοντική προστασία. Οι διατάξεις του συνταγματικού αυτού νόμου ουσιαστικά θέτουν τις βάσεις και θεσπίζονται οι κανόνες και ορίζονται οι προδιαγραφές έτσι ώστε το κράτος και οι μηχανισμοί του να μπορέσουν να υλοποιήσουν συγκεκριμένες δράσεις κι έργα για την προστασία του περιβάλλοντος.
Αν και ο νόμος 1650/1986 θεωρείται πρωτοπόρος για την εποχή του, σήμερα χρήζει αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού. Βέβαια, από το 1986 το νομικό πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος έχει συμπληρωθεί με άλλους νόμους καθώς και Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) και Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ). Επιπλέον, η Ελλάδα έχει κυρώσει με νόμους, ΚΥΑ και ΠΔ πολλές διεθνείς συμβάσεις και ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο οδηγίες της ΕΕ. Επίσης, υπάρχει σειρά διοικητικών και κανονιστικών πράξεων που ορίζουν τις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και ευθύνες.
Σημαντικό επίσης ρόλο στην εδραίωση του περιβαλλοντικού δικαίου στην Ελλάδα έχουν και οι αποφάσεις των δικαστηρίων. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και ειδικά του Ε’ Τμήματος το οποίο αποτελεί τον περιβαλλοντικό θεσμοφύλακα της χώρας.
Το περιβαλλοντικό δίκαιο είναι ένας δυναμικός τομέας δικαίου που έχει εξελιχθεί σε ένα από τους ογκωδέστερους και συνεχώς εξελισσόμενους ειδικούς τομείς δικαίου. Περιλαμβάνει, αναγνωρίζει και θεσπίζει σειρά βασικών αρχών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Πέρα από τις αυστηρές νομικές δεσμεύσεις, σημαντική επιρροή έχουν οι πολιτικές αποφάσεις και τα ψηφίσματα διεθνών οργανισμών, καθώς θέτουν ήπιους κανόνες οι οποίοι καλλιεργούν αίσθημα ευθύνης και τελικά υποχρέωση αλλαγής της συμπεριφοράς στα κράτη.
Όσο πιο τεκμηριωμένα τα επιστημονικά συμπεράσματα, τόσο το νομικό πλαίσιο (ανά)προσαρμόζεται ώστε να ανταποκριθεί πιο αποτελεσματικά στις περιβαλλοντικές προκλήσεις. Τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), οι επιχειρήσεις, η ακαδημαϊκή κοινότητα και η επιστήμη και η εσωτερική διοίκηση του κάθε κράτους καθώς και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν ενεργό ρόλο στη δημιουργία, εφαρμογή, παρακολούθηση και αναθεώρηση της νομοθεσίας. Η εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου επηρεάζει ακόμα και την καθημερινότητα του πολίτη.
Η διατύπωση της αρχής της αειφόρου ανάπτυξης
το 1987 αποτελεί ίσως την πιο σημαντική στιγμή στην ιστορία της περιβαλλοντικής προστασίας. Αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες των σημερινών γενεών χωρίς να στερεί τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. (Εκθεση Brundtland για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, Our Common Future, 1987)
Η πολιτική ωρίμανση της περιβαλλοντικής πολιτικής φανερώνεται στη Συνδιάσκεψη του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη το 1992 όπου καθιερώνεται και πολιτικά η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης, και τονίζεται η ανάγκη τόσο παγκόσμιων λύσεων όσο και τοπικών δράσεων. Ακολουθεί η σύναψη πολλών νέων σύγχρονων περιβαλλοντικών συμβάσεων όπως η Σύμβαση του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (1992) και το μετέπειτα Πρωτόκολλο
του Κιότο (1997), η Σύμβαση για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας (1992), η Σύμβαση του ΟΗΕ για την Αντιμετώπιση της Ερημοποίησης (1994), κοκ.
Όμως μέχρι και σήμερα τα επιστημονικά δεδομένα συνεχίζουν να παρουσιάζουν ανησυχητικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του πλανήτη. Παράλληλα, οι αναπτυξιακές ανάγκες εκατομμυρίων ανθρώπων (πρόσβαση σε βασικές ανάγκες, καθαρό νερό, φαγητό, βασικές συνθήκες υγιεινής, κτλ) είναι πιεστικές, ενώ η υποβάθμιση των λειτουργιών των οικοσυστημάτων συμβάλει στην περαιτέρω εξαθλίωση ορισμένων ομάδων ανθρώπων. Γι’ αυτό και η Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 2002 έθεσε ουσιαστικά ως θέμα προτεραιότητας την εφαρμογή της πληθώρας περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχουν συμφωνηθεί ιδίως κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τσίπουρο απειλεί το ούζο και πολλά άλλα ποτά σε δημοτικότητα τελευταία, αλλά “σε πολλούς Έλληνες υπάρχει μια σύγχυση. Δεν μπορούν να διακρίνουν το ούζο από το τσίπουρο. Κι αυτό γιατί και στα δύο (τουλάχιστον στην Θεσσαλία και Μακεδονία ) υπάρχει ο γλυκάνισος.
Κατά τον κ. Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο θαυμαστό παραγωγό οίνων και αποσταγμάτων το ρακί ή η ρακή είναι η μητέρα και του τσίπουρου και του ούζου. Πάντως τσίπουρο, τσικουδιά, ρακή, μαστίχα, ούζο, ντούζικο ήταν ονομασίες που χαρακτήριζαν όλα τα ποτά που γινόταν από αποστάγματα στεμφύλων αλλά και προσθήκης αλκοόλης με ή χωρίς γλυκάνισο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στη συνέχεια τα προϊόντα αυτά ή διαφοροποιήθηκαν ή κάποια ονόματα χάθηκαν.” (Πιο εκτενής ανάλυση του θέματος από όπου και το απόσπασμα θα βρείτε εδώ.)
Το Σαββατοκύριακο 25-27 Νοεμβρίου, θα οργανωθεί στο Δασικό Χωριό ένα πρόγραμμα τσιπουρογνωσίας. Το πρόγραμμα εκτός από τις επισκέψεις στην περιοχή, περιλαμβάνει επίδειξη παραγωγής τσίπουρου στο Δασικό Χωριό με την παραδοσιακή μέθοδο.
Θα στηθεί ένα παραδοσιακό ρακοκάζανο, σε φωτιά με ξύλα και με τη συνοδεία μεζέδων θα παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία της παραγωγής, δοκιμάζοντας και τη γεύση του τσίπουρου από σταφύλια ζαμπέλας.
“Βασικά μου χρειάζεται μόνο ένα τσιπουράκι για να μεθύσω. Tο πρόβλημα είναι ότι δεν θυμάμαι αν είναι το δέκατο τρίτο ή το δέκατο τέταρτο.” (Και οι δυο αυτές ατάκες ήταν αρχικά για το ούζο από εδώ που έχει κι άλλες.)
Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις – πατήστε εδώ.
Το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο γεννιέται ουσιαστικά μαζί με την περιβαλλοντική πολιτική κατά τη δεκαετία του 1960 όταν αρχίζουν να διατυπώνονται οι πρώτες επιστημονικές ανησυχίες για την κατάσταση του πλανήτη (π.χ. το βιβλίο της Rachel Carson, Silent Spring, 1962). Αυτή η ανησυχία οδηγεί στην ενεργοποίηση των πολιτών και ειδικά κατά τη δεκαετία του 1970 στην πολιτικοποίηση των περιβαλλοντικών θεμάτων με αποτέλεσμα να θεσπιστούν τα πρώτα εθνικά περιβαλλοντικά νομοθετικά μέτρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Το 1972 η Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης για το Ανθρώπινο Περιβάλλον αποτελεί ορόσημο για την καθιέρωση του περιβάλλοντος στην πολιτική ατζέντα, καθώς διαπιστώνεται η ανάγκη παγκόσμιας προσέγγισης για την επίλυση των περιβαλλοντικών θεμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη δεκαετία του 1970 υπογράφονται οι πρώτες διεθνείς περιβαλλοντικές συμβάσεις. (Σύμβαση Ραμσάρ 1971, Σύμβαση CITES 1973, Σύμβαση MARPOL 1973/78, κοκ).
Είκοσι χρόνια μετά τη διατύπωση των πρώτων επιστημονικών ανησυχιών για το περιβάλλον, η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζεται από μαζική ενεργοποίηση πολιτών. Σημαντικό ρόλο στην ωρίμανση της περιβαλλοντικής συνείδησης έχουν κάποια γεγονότα-σοκ (π.χ. ατυχήματα Exxon-Valdez και Chernobyl) και η διατύπωση ακόμα πιο τεκμηριωμένων επιστημονικών μελετών (όπως για την επιρροή της όξινης βροχής στον μέλανα δρυμό ή την ύπαρξη τρύπας του όζοντος). Ως εκ τούτου, δημιουργείται αρκετή πίεση από την κοινή γνώμη για νέες πολιτικές και νομικές πρωτοβουλίες. Το περιβαλλοντικό δίκαιο εκσυγχρονίζεται και οι περισσότερες συμβάσεις έχουν την μορφή συνθήκης- πλαίσιο, που επιτρέπει την προσαρμογή των υποχρεώσεων ανάλογα με τα επιστημονικά δεδομένα και τη διαφοροποίηση τους ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε κράτους να τις εφαρμόσει.
Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισιμως Κινδυνεύον CR [A2cde, C2a(ii)]
■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC
Summary: Black-necked Pheasants, of the nominate subspecies P. c. colchicus, were probably introduced into Greece in prehistoric times (Pollard, 1977). Up to the late 19th century, they were quite widespread and even numerous in Greece, breeding as far south as Sterea Ellada (Akarnania, Attica etc) (Handrinos & Akriotis 1997). Since then their population has undergone a dramatic decline and today the species lives in only one small area of Thrace (Nestos Delta), with a declining population currently (2003-2005) estimated at 100-200 adult birds.
εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Ο φασιανός, το ονομαστικό υποείδος P.c. colchicus, φαίνεται πως εισήχθη στην Ελλάδα στην προϊστορική περίοδο (Pollard 1977). Μέχρι τα τέλη του 19ου αι. είχε πολύ ευρύτερη γεωγραφική κατανομή στην Ελλάδα, που έφτανε νότια μέχρι την Αιτωλοακαρνανία, την Αττική, την Εύβοια κ.ά. (Handrinos & Akriotis 1997). Έκτοτε το είδος υπέστη δραματική μείωση και σήμερα ο μοναδικός του φυσικός πληθυσμός απαντάται μόνο στο Δέλτα Νέστου. Δεν υπάρχουν πλήρεις και αξιόπιστες καταγραφές για το μέγεθος του, αλλά σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εκτίμηση (2003-2005) ο σημερινός πληθυσμός του, στο Δέλτα Νέστου, ανέρχεται σε 100-200 αναπαραγόμενα άτομα (Σώκος & Μπίρτσας 2005). Δεν πρέπει να συγχέεται με τους εκτρεφόμενους φασιανούς που απελευθερώνονται κατά εκατοντάδες για θηρευτικούς λόγους και ανήκουν σε αγνώστου γενετικής προέλευσης υβριδικές ποικιλίες του υποείδους P. c. torquatus.
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην ελλάδα: Άγνωστο
οικολογία: Είδος των πεδινών και ημιπεδινών εκτάσεων, προτιμά κοιλάδες με υδροχαρή βλάστηση, πυκνούρες, φυτοφράχτες κ.ά., ιδιαίτερα σε γειτνίαση με καλλιεργούμενες εκτάσεις, κυρίως με αραβόσιτο.
Απειλές: Απειλείται από αλλαγές στις καλλιεργητικές πρακτικές (εκμηχάνηση, εντατικοποίηση της γεωργίας, αγροχημικά, αναδασμοί, καταστροφή φυτοφραχτών κλπ), κυρίως όμως από τη λαθροθηρία και τον υβριδισμό με τους εκτρεφόμενους για θηρευτικούς λόγους φασιανούς, που απελευθερώνονται ανεξέλεγκτα ακόμη και σε ακατάλληλους για το είδος βιοτόπους.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Μη θηρεύσιμο είδος, ολόκληρος ο πληθυσμός του απαντάται εντός των ορίων της περιοχής ΖΕΠ/Natura 2000 “Δέλτα Νέστου”. Ένας πολύ μικρός αριθμός ατόμων αναπαράγεται στο εκτροφείο θηραμάτων της Δασικής Υπηρεσίας στη Χρυσούπολη, αν και η γενετική καθαρότητα των πουλιών αυτών δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη.
μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Ουσιαστική διαχείριση και προστασία της ΖΕΠ “Δέλτα Νέστου”, αυστηρός έλεγχος της λαθροθηρίας και του υβριδισμού, εκπόνηση ειδικής μελέτης για τη διατήρηση και αναπαραγωγή ατόμων σε αιχμαλωσία, με στόχο το μελλοντικό αναπληθυσμό καταλλήλων για το είδος περιοχών.
Mergus merganser Linnaeus, 1758 Χηνοπρίστης, Goosander
Κατηγορία κινδύνου στην Ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [D] ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC
Summary: The Goosander is a very rare and local resident in Greece. It was first discovered nesting in L. Prespa, Greece, in 1968 (Bauer & Hodge 1970) and today a small resident and isolated population (estimated at 5-10 pairs) (Koutseris pers. com.) still breeds in the same site. This population overwinters also in the same region (Prespa and L. Kastoria) but a few individuals also winter elsewhere
in Greece, almost exclusively in Thrace and Macedonia. Maximum MWC in Greece 94 ind. (L. Kasto- ria, 28-1-1989).
Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Ο χηνοπρίστης είναι πολύ σπάνιο και τοπικό επιδημητικό είδος στην Ελλάδα. Ουσιαστικά δεν απαντάται νότια της Μακεδονίας/ Θράκης, παρά μόνο περιστασιακά ή ως παραπλανημένος επισκέπτης. Καταγράφηκε να φωλιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1968, στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα (Bauer &
Hodge 1970), που έκτοτε φιλοξενεί το μοναδικό στην Ελλάδα αναπαραγόμενο πληθυσμό του είδους. Ο πληθυσμός αυτός εκτιμάται σε 5-10 ζευγ. (Κουτσερή προσ. ε- πικ.) και φαίνεται πως παραμένει μόνιμα εκεί ή, σε περιπτώσεις ισχυρής παγωνιάς, μετακινείται στη Λ. Καστοριάς, όπου έχει καταγραφεί και ο μέγιστος πληθυσμός του είδους στην Ελλάδα (94 άτομα, 28-1-1989). Ελάχιστα άτομα διαχειμάζουν, αλλά όχι κάθε χρόνο, στη Λ. Κερκίνη, ενώ μεμονωμένα άτομα έχουν επίσης παρατηρηθεί στη Λ. Βόλβη, στη Λ. Βιστωνίδα κ.α. (Handrinos & Akriotis 1997, Αλιβιζάτος και συν. υπό προετοιμασία).
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην ελλάδα: <1% του ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006).
οικολογία: Μεγαλόσωμη πάπια, που προτιμά σχεδόν αποκλειστικά υγρότοπους γλυκού νερού και ιδίως ολιγοτροφικές-μεσοτροφικές λίμνες. Στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα φωλιάζει σε βραχώδεις ακτές. Τρέφεται με ψάρια, ασπόνδυλα κ.ά. Διαχειμάζει επίσης σε λίμνες γλυκού νερού, ενίοτε σε υφάλμυρους υγρότοπους (π.χ. λιμνοθάλασσες) και πολύ σπάνια σε κλειστές θαλάσσιες περιοχές. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη βιολογία/οικολογία της στην Ελλάδα.
Απειλές: Ο αναπαραγόμενος στην Ελλάδα πληθυσμός φαίνεται μάλλον ασφαλής, αλλά παραμένει πολύ μικρός και απομονωμένος από τους υπόλοιπους των Βαλκανίων. Τα διαχειμάζοντα άτομα αντιμετωπίζουν κινδύνους από λαθροθηρία ή από πνιγμό λόγω (τυχαίας) παγίδευσής τους σε δίχτυα ψαράδων.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Προστατευόμενο είδος, ολόκληρος ο αναπαραγόμενος και διαχειμάζων στην Ελλάδα πληθυσμός του απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000.
μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Μελέτη της βιολογίας και της οικολογίας του αναπαραγόμενου στη Λ. Μεγάλη Πρέσπα πληθυσμού, ενημέρωση των ψαράδων, έλεγχος της λαθροθηρίας.
Anser anser Linnaeus, 1758 Σταχτόχηνα, Greylag Goose
Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [D] ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Mειωμένου Κινδύνου LC
Summary: More common and widespread in the past, the Greylag Goose is today a very local breeding species and a scarce winter visitor in Greece. A small (12-15 pairs/120-140 ind.) and isolated population nests only in L. Mikri Prespa, whereas a declining number of birds winter mainly in Thrace and Macedonia. Average MWC population (1996-2005) 192 ind. and maximum counts for Greece 7,300 ind. (Evros Delta, 1965) and 3,000 ind. (L. Ismaris, 21-1-1974) (Handrinos 1991, Handrinos & Akriotis 1997).
Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Μέχρι τη δεκαετία του ’60 η σταχτό- χηνα φώλιαζε σε πολλούς υγρότοπους (Δέλτα Έβρου, Λ. Ισμαρίδα, Λ. Κερκίνη, κ.ά.). Η κατανομή του πληθυσμού που διαχειμάζει στην Ελλάδα ήταν επίσης πολύ ευρύτερη παλαιότερα, φτάνοντας στις αρχές και τα μέσα του 20ού αι. στην Αιτωλοακαρνανία, την Εύβοια, τη Βοιωτία κ.α. Αντίθετα από τις μάλλον αυξητικές πληθυσμιακές
τάσεις του είδους στη Δ. Ευρώπη, στην Ελλάδα το είδος σήμερα είναι σπάνιο/τοπι- 241
κό επιδημητικό και ασυνήθιστος χειμερινός επισκέπτης. Φωλιάζει πλέον μόνο στη Λ. Μικρή Πρέσπα (12-15 ζευγ., 120-140 άτομα) (Κουτσερή προσ. επικ.), πληθυσμός που είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους (υπο)πληθυσμούς της ΝΑ Ευρώπης. Διαχειμάζει στη Θράκη και στη Μακεδονία, σε αριθμούς που εμφανίζουν μειωτική τάση σε σχέση με το παρελθόν. Κατά μέσο όρο (1996-2005) καταμετρήθηκαν 192 άτομα, ενώ η μέγιστη καταμέτρηση στην Ελλάδα ήταν 7.300 άτομα στο Δέλτα Έβρου (1965) και 3.000 άτομα στη Λ. Ισμαρίδα (21-1-1974) (Handrinos 1991, Handrinos & Akriotis 1997, Αλιβιζάτος και συν., υπο προετοιμασία). Δύο άτομα δακτυλιωμένα στη Λίμνη Νοϊζίντλερ της Αυστρίας βρέθηκαν στη Λ. Κερκίνη (Handrinos & Akriotis 1997).
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα: <1% του ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006).
οικολογία: Η μεγαλύτερη σε μέγεθος αγριόχηνα της Δ. Παλαιαρκτικής. Προτιμά υγρότοπους με γλυκό νερό (κυρίως λίμνες, έλη κ.ά. στο εσωτερικό) με υγρολίβαδα, καλαμιώνες κ.ά., ενώ το χειμώνα συχνάζει και σε παράκτιους υγρότοπους (δέλτα ποταμών, λιμνοθάλασσες κ.ά.). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη βιολογία και την οικολογία της στην Ελλάδα. Αναφέρεται ότι στις Πρέσπες τρέφεται μερικές φορές σε καλλιέργειες φασολιών, ενώ το χειμώνα στη ΒΑ Ελλάδα σε καλλιεργούμενες εκτάσεις με χειμερινά σιτηρά, αν και προτιμά ριζώματα και κονδύλους από θερισμένο αραβόσιτο κ.ά. Στο Δέλτα Έβρου αναφέρεται ότι προτιμά τα ριζώματα του Scirpus maritimus (Handrinos & Akriotis 1997).
Απειλές: Ο αναπαραγόμενος στη Λ. Μικρή Πρέσπα πληθυσμός είναι μικρός, απομονωμένος και, κατά συνέπεια, ευάλωτος. Το χειμώνα αρκετές σταχτόχηνες σκοτώνονται από κυνηγούς λόγω της ομοιότητάς τους με την ασπρομέτωπη χήνα, της οποίας επιτρέπεται το κυνήγι (π.χ. Δέλτα Έβρου κ.ά.) αλλά και λόγω λαθροθηρίας.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Μη θηρεύσιμο είδος, ο αναπαραγόμενος και ο κύριος όγκος του διαχειμάζοντος πληθυσμού βρίσκεται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000.
Μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Αυστηρός έλεγχος της λαθροθηρίας και της κυνηγετικής δραστηριότητας, επέκταση των Καταφυγίων Άγριας Ζωής όπου αυτό απαιτείται, αποτελεσματικότερη διαχείριση και προστασία των ενδιαιτημάτων του είδους, αποφυγή ενόχλησης, μελέτη της βιολογίας και οικολογίας του είδους και μακροχρόνια παρακολούθηση του πληθυσμού του τόσο στην Λ. Πρέσπα όσο και στις περιοχές διαχείμασης.
Anser erythropus (Linnaeus, 1758) Νανόχηνα, Lesser White-fronted Goose
Κατηγορία κινδύνου στην ελλάδα: Κρισίμως Κινδυνεύον CR [C2a(i,ii), D, E]
239
■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Τρωτό VU / ευρώπη: Κινδυνεύον ΕΝ
Summary: The Lesser White-fronted Goose is a regular but rare and local winter visitor in Greece. The species occurs in a few major wetlands of Macedonia and Thrace from late October to mid March. Historical data show that the species was formerly more common and with a larger distribution in Greece (Handrinos & Goutner 1990, Handrinos 1991, Handri- nos & Akriotis 1997). Lesser White-fronted Geese wintering in Greece belong to the Fennoscan- dian population: in fact almost all the birds of this population winter here. In recent years, the population wintering in Greece numbers 45-50 ind. The species frequents inland and coastal wetlands, prefers natural and semi-natural open land and is usually in one flock, although individuals are often recorded in mixed flocks with White-fronted and Red-breasted Geese. It is mainly threatened by illegal hunting due to its resemblance with the White-fronted Goose, a game species. Although there are several policy-based conservation actions in place for the species or the sites, there is still crucial lack of implementation and enforcement.
εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Η νανόχηνα είναι τακτικός αλλά σπάνιος και τοπικός χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα. Φτάνει στη χώρα μας περί τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τα μέσα Μαρτίου διαχειμάζει σε λίγους μεγάλους υγρό- τοπους της κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ιδιαίτερα δε στο Δέλτα Έβρου και στη Λ. Κερκίνη και, δευτερευόντως, στη Λ. Ισμαρίδα, στις λιμνοθάλασσες της Θράκης και στο Δέλτα Νέστου. Παλαιότερα δεδομένα δείχνουν ότι το είδος ήταν πιο κοινό στην Ελλάδα και με ευρύτερη κατανομή από τη σημερινή (Handrinos & Goutner 1990, Handrinos 1991, Handrinos & Akriotis 1997). Οι να- νόχηνες που επισκέπτονται τη χώρα μας ανήκουν στο φιννοσκανδικό υποπληθυσμό, που φωλιάζει στην υπο-αρκτική ζώνη της βόρειας Σκανδιναβίας και της χερσονήσου Κόλα της Β.Δ. Ρωσίας. Στοιχεία από δακτυλιώσεις που γίνονται στη βόρεια Νορβηγία και από δορυφορική παρακολούθηση υποδεικνύουν ότι το σύνολο (ή σχεδόν) του πληθυσμού αυτού διαχειμάζει στην Ελλάδα (Lorentsen et al. 1998, Vangeluwe 2004, Aarvak & Οien 2006, Μακρυγιάννη και συν. 2008, ΕΚΔΠ βάση δεδομένων). Ο φιννοσκανδικός πληθυσμός έχει υποστεί δραματική μείωση κατά τη διάρκεια του 20ου αι. και το 2004 εκτιμήθηκε σε μόλις 20-30 ζευγ. (εκτός από τον άγνωστο αριθμό που φωλιάζει στη χερσόνησο Κόλα της Ρωσίας) (Tolvanen et al. 2004), αν και τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί. Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία για την Ελλάδα, όπου, μετά τη μείωση κατά τις δεκαετίες ’80-’90, φαίνεται να καταγράφεται σήμερα μια σχετικά σταθερή παρουσία 45-50 ατόμων, με κάποιες αυξομειώσεις (Vangeluwe 2005, Μακρυγιάννη και συν. 2008, Αλιβιζάτος και συν. υπο προετοιμασία).
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους που βρίσκεται στην ελλάδα: Στην Ελλάδα διαχειμάζει το 100% (ή σχεδόν) του φιννοσκανδικού πληθυσμού, δηλ. περίπου 2,5% tou ευρωπαϊκού (Wetlands International 2006) και περίπου 0,2% του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους.
οικολογία: Στην Ελλάδα το είδος απαντάται τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε παράκτιους υγρότοπους. Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε φυσικές ή ημιφυσικές ανοικτές εκτάσεις (π.χ. ποολίβαδα, αλμυρόβαλτους, περιοδικά κατακλυζόμενες εκτάσεις) και πολύ σπάνια σε καλλιέργειες, είναι δε αρκετά πιστό στις θέσεις που προτιμά. Σε αντίθεση με άλλες χήνες, οι νανόχηνες επισκέπτονται την Ελλάδα για σχετικά σταθερή χρονική περίοδο και μάλλον ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν σε βορειότερες περιοχές. Συνήθως σχηματίζουν ενιαίο κοπάδι, αλλά αρκετές φορές απαντούν και μεμονωμένα άτομα σε μίξη με κοπάδια από ασπρομέτωπες χήνες (Anser albifrons) και κοκκινόχηνες.
απειλές: H σοβαρότερη απειλή για το είδος στην Ελλάδα είναι η λαθροθηρία, λόγω της μεγάλης ομοιότητας της νανόχηνας με την ασπρομέτωπη χήνα, της οποίας το κυνήγι επιτρέπεται. Η απώλεια και υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων θεωρείται επίσης σημαντική αλλά δευτερεύουσα απειλή για την επιβίωση των ενηλίκων, αν και η σημασία της για τις ιστορικές μειώσεις του 20ού αι. δεν θα πρέπει να υποεκτιμά- ται (AEWA 2008). Τέλος, η ενόχληση που προξενεί το κυνήγι φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο κατά μήκος της μεταναστευτικής του διαδρομής.
μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Προστατευόμενο είδος, ολόκληρος ο διαχειμά- ζων στην Ελλάδα πληθυσμός απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000. Υπάρχει Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το είδος (Καζαντζίδης & Ναζηρίδης 1999), που όμως δεν εφαρμόζεται. Έχουν γίνει και γίνονται προγράμματα για τη διατήρησή του, που περιλαμβάνουν παρακολούθηση του πληθυσμού και των απειλών, δράσεις ενη- μέρωσης-ευαισθητοποίησης, κλπ.
| ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ
240 |
μέτρα διατήρησης που απαιτούνται: Εφαρμογή της νομοθεσίας και των ήδη θεσμοθετημένων μέτρων διατήρησης στην πράξη, εντατική φύλαξη και εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το είδος. Επέκταση ορισμένων Καταφυγίων Άγριας Ζωής και πιθανώς απαγόρευσεις/περιορισμοί του κυνηγιού της ασπρομέτωπης χήνας, σε συνδυασμό με αυστηρούς ελέγχους της λαθροθηρίας. Συνέχιση των δράσεων παρακολούθησης και ενημέρωσης-ευαισθητοποίησης και μετά τη λήξη των προγραμμάτων. Εξειδικευμένη έρευνα σχετικά με τις τροφικές συνήθειες και τη χρήση ενδιαιτημάτων.
Francolinus francolinus (Linnaeus, 1766) Φραγκολίνος, Black Francolin
Κατηγορία κινδύνου στην Ελλάδα: Τοπικά Εκλιπόν RE ■ Κατηγορία κινδύνου διεθνής: Μειωμένου ενδιαφέροντος LC
Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Λόγω ανεπάρκειας επιστημονικών δεδομένων δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα την ακριβή κατανομή του φραγκολίνου στην Ελλάδα. Το είδος ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα (Pollard 1977), αλλά έκτοτε ελάχιστοι ταξιδιώτες-φυσιοδίφες το κατέγραψαν στην χώρα μας, μεταξύ του 16ου και του 19ου αι. Πιο αξιόλογα από τα κείμενα αυτά θεωρούνται οι καταγραφές του είδους στη Σάμο (Tournefort 1717) και στην Κρήτη (Belon 1555), ενώ ο Bree (1859) αναφέρει ότι το είδος ήταν “κοινό” στη Σάμο, στη Λέσβο και στη Ρόδο. Στο βιβλίο του Tournefort, μάλιστα (Τόμος Ι, σ. 311), υπάρχει και χαλκογραφία ενός ενήλικου αρσενικού ατόμου, με λεζάντα ότι πρόκειται για “είδος πουλιού που συχνάζει στα έλη”, ενώ σε υποσημείωση (Τόμος ΙΙ, σ. 111) μας λέει ότι το πουλί αυτό ονομάζεται “ταγηνάρι”, ονομασία που προφανώς προέρχεται από τη λέξη “άτταγας”, την αρχαιοελληνική δηλ. ονομασία του συγκεκριμένου είδους (Handrinos & Akriotis 1997). Το 1902, ο Ούγγρος Frivaldzsky αναφέρει φραγκολίνους στην Κρήτη μεταξύ 1843 και 1845, χωρίς όμως να δίνει περισσότερα στοιχεία. Εάν αυτές οι πληροφορίες είναι σωστές, τότε το είδος έχει εκλείψει από την Ελλάδα εδώ και 160 χρόνια, οι τελευταίοι δε πληθυσμοί του πιθανόν να ζούσαν στην Κρήτη και στη Σάμο μέχρι τα μέσα του 19ου αι. (Χανδρινός 1992, Handrinos & Akriotis 1997).
Οικολογία: Είδος με κατακερματισμένη κατανομή, από την Κύπρο και το Ισραήλ μέχρι την Ινδία. Ζει συνήθως σε χαμηλά υψόμετρα, αλλά στο Νεπάλ φτάνει μέχρι το υψόμετρο των 2.000-2.500 μ. Συχνάζει σε περιοχές με πυκνή βλάστηση, ιδιαίτερα όταν αυτές γειτνιάζουν με ξέφωτα, κοιλάδες, μικρά ποτάμια κ.ά. Στην Κύπρο απαντάται σε περιοχές με μακκία βλάστηση κοντά σε ξεροπόταμους αλλά και σε καλλιέργειες. Σύμφωνα με τον Tournefort (1717), το είδος σύχναζε στις ελώδεις εκτάσεις της Χώρας Σάμου.
Summary: Due to inadequate scientific data, it is not possible to define the exact former status and distribution of the Black Francolin in Greece. The species, well known to the ancient Greeks (Pollard 1977), has being mentioned by a few naturalists, between the 16th and the 19th centuries. The most reliable records come from Samos island (Tournefort 1717) and Crete (Belon 1555). Bree (1859) also mentioned the species as “common” on the islands of Samos, Lesvos and Rhodes. In more recent years, Frivaldzsky (1902) reported the species from Crete between the years of 1843-1845, without, however, providing any more details. If this information is correct, Black Francolins were extinct from Greece more than 160 years ago, the last birds probably surviving on Crete and Samos until the early 19th century (Handrinos & Akriotis 1997).
Γιατί ήρθε ο Ζέρβας στο Γραικικό;
Μαντεύετε φαντάζομαι. Απλά γιατί ήτανε το μόνο χωριό της περιοχής που δεν είχε καεί και ζητούσε κατάλυμα και να λύσει το πρόβλημα της διατροφής των ανταρτών του. Ώρα να τον ξυπνήσουμε τώρα, γιατί έχει δουλειά μισοτελειωμένη. Να πάει στο κάτω Γραικικό κατ’ αρχή, να εγκαταστήσει το Αρχηγείο του στο σπίτι του Λάμπρου Τριαντάφυλλου, να ανασυνάξει το ασκέρι του με τον Κομνηνό Πυρομάγλου και τους άλλους επιτελείς του, γιατί τα παλικάρια του σκάγανε μύτη, ξαναπαρουσιάζονταν, επειδή οι Γερμανοί είχαν απομακρυνθεί.
Πολλοί θυμούνται ακόμα το γλέντι και το χορό που έριξε ο Ζέρβας εκείνη την ημέρα στο καφενείο του Γιώργου-Λάμπρη (Γ. Τριαντάφυλλος, πατέρας του Λάμπρου) του γνωστού ριχτολόγου (μέντιουμ), πανελλήνιας εμβέλειας, που με την αδιαμφισβήτητη εξυπνάδα του και πείρα, βοηθούσε τον κόσμο να ξεπεράσει τα προβλήματά του.
Όσον αφορά τις προβλέψεις του, των μελλούμενων να συμβούν, αυτό ήταν θέμα προσωπικό των πελατών, της παιδείας τους. Στις δέκα πιθανές περιπτώσεις να συμβεί κάτι στο μέλλον, αν μία έβγαινε σωστή, αυτή μετρούσε, αυτό θαύμαζε ο κόσμος, οι άλλες ξεχνιούνταν. Αυτό μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε ο ίδιος, όταν ήταν προς τα τελευταία του. Ήταν όμως και φίλος του πατέρα μου, με εμπιστευόταν.
Εκεί, λοιπόν, στο καφενείο του Γιώργου-Λάμπρη – Τριαντάφυλλου άρχισαν να χορεύουν με το γραμμόφωνο (κάθε σοβαρό καφενείο τότε διέθετε και γραμμόφωνο με χωνί!), επειδή ίσως δεν είχαν πλάκα/δίσκο με το τραγούδι της επιθυμίας του Ζέρβα, γΓ αυτό κάλεσαν την τοπική
κομπανία, τον ξακουστό τότε σε όλη την περιοχή Λία-Μπούκα στο κλαρίνο, με τους αξεπέραστους δεξιοτέχνες Νίκο-Μπουκα στο βιολί και Μήτσο-Γληγόρη (Γεωργίου) στο λαούτο. Σίγουρα θα ήταν και ο Μήτσο- Πεταλάς, ο παλιός, με το ντέφι, δεν έλειπε αυτός από κάτι τέτοια. Δεν το… καρατσεκάρισα αυτό. Και το τραγούδι της επιθυμίας του Ζέρβα; «Έχετε γειά βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες», το γνωστό τραγούδι του Ζαλόγγου. Να σήμαινε κάτι αυτό; Τι ψάχνουμε τώρα! Ο Αλέκος Παπαδόπουλος, το γνωστό πρωτοπαλίκαρο και δεξί χέρι του Ζέρβα, στα απομνημονεύματά του περιγράφει και σχολιάζει το γεγονός αυτό, το γλέντι, το χορό του Ζαλόγγου του Ζέρβα, όταν πήγε και τον συνάντησε με τους αντάρτες του στο Γραικικό. Περιγράφει όμως και κάτι άλλο, που είναι χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των ημερών εκείνων:
«Εις μίαν δε στιγμήν συγκινήσεως εξερράγη (ο Ζέρβας) και (μου) είπε «Ένα ακόμη τμήμα αν έχω σαν το δικό σου θα νικήσω τους Εαμίτες». Για τους Γερμανούς δεν είπε τίποτε. Αν έλεγε θα τόγραφε ο Αλέκος Παπαδόπουλος, κατά το συνήθειο του.
Και μετά; Τί έκανε ο Ζέρβας; Πήγε να αποτελειώσει την μισοτελειωμένη δουλειά. Ενώ οι Γερμανοί βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή των Τζουμέρκων ο Ζέρβας μετακινήθηκε προς Βουλγαρέλι (Δροσοπηγή) και επιτέθηκε κατά του Αρη, στην ίδια περίπου περιοχή. Πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου ’43. Για να έχει αυτός το πλεονέκτημα, επιτεθέμενος πρώτος γιατί ήταν σίγουρο ότι και ο Αρης τα ίδια, σκεφτόταν, ένα σκοπό είχε: να επιτεθεί και να διαλύσει τον ΕΔΕΣ. Βρε κάτι συμπτώσεις!
Απόσπασμα και εικόνα από το βιβλίο “Ανεμοστρόβιλος στα Τζουμέρκα” του Σ. Καραβασίλη. Παλιότερο απόσπασμα έχω ξανανεβάσει εδώ.
Σε γενικές γραμμές η νομοθεσία αυτή καθώς και η εφαρμογή της κρίνονται ιδιαίτερα προβληματικές για τρεις κύριους λόγους:
α) Το ισχύον νομικό καθεστώς είναι τουλάχιστον ανεπαρκές: Οι σχετικές διατάξεις είναι αποσπασματικές, ασαφείς, γενικόλογες, ελλιπείς, αναχρονιστικές και συχνά αντιφατικές. Η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ, το πληρέστερο και ισχυρότερο νομικό εργαλείο για την προστασία των πουλιών και των ενδιαιτημάτων τους, δεν έχει ακόμη (εδώ και 30 σχεδόν χρόνια) ενσωματωθεί πλήρως στο εθνικό δίκαιο, πλην των διατάξεων που αφορούν το κυνήγι, όπου και εκεί όμως υπάρχουν ασάφειες, σοβαρά κενά, αντιφάσεις και ρυθμίσεις που κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην αειφορική διαχείριση των θηραματικών ειδών.
Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία πρόβλεψη για την ουσιαστική προστασία των απειλούμενων ειδών (ανυπαρξία σχετικού καταλόγου ειδών, απουσία συγκεκριμένων οριζόντιων και εξειδικευμένων ανά είδος/βιότοπο μέτρων διαχείρισης, ελέγχου εφαρμογής, ποινών κλπ), ενώ για την προστασία των “Σημαντικών για τα Πουλιά Περιοχών” (δίκτυο ΖΕΠ/Natura 2000) εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.1650/86 “για την προστασία του περιβάλλοντος”, που όμως απαιτούν εξαιρετικά χρονοβόρες και συχνά ατελέσφορες διαδικασίες. Εξίσου χρονοβόρα είναι και η εφαρμογή της αντίστοιχης δασικής νομοθεσίας, που σε ό,τι αφορά τους βιοτόπους υλοποιείται κυρίως με τη μορφή των Καταφυγίων Άγριας Ζωής (ΚΑΖ).
β) Ακόμη όμως και η υπάρχουσα, ανεπαρκής, νομοθεσία ελάχιστα εφαρμόζεται σε ό,τι αφορά τα πουλιά και τα ενδιαιτήματά τους, λόγω της έλλειψης εκ μέρους της Πολιτείας της πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή της. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το παρελθόν, αυτό φαίνεται να οφείλεται όχι σε πρωτοβουλίες της ίδιας της Πολιτείας, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στις πιέσεις εκ μέρους της Ε.Ε. και των περιβαλλοντικών οργανώσεων στην Ελλάδα, καθώς και στη σχετική εις βάρος της Διοίκησης νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Είναι, για παράδειγμα, χαρακτηριστικό ότι ενώ η χώρα μας έχει επίσημα ενημερώσει την Ε.Ε. ότι 163 από τις 196 ελληνικές ΣΠΠ τελούν ήδη υπό καθεστώς προστασίας, πουθενά στην ισχύουσα νομοθεσία δεν υπάρχει ο κατάλογος των ΖΕΠ αυτών, πολύ δε περισσότερο δεν αναφέρονται αναλυτικές και συγκεκριμένες ρυθμίσεις και μέτρα εφαρμογής για τη διαχείριση και προστασία τους. Παράλληλα, ο επιτυχημένος σε άλλες χώρες θεσμός των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (καθιερώθηκαν με το Ν. 2742/99) δείχνει να καρκινοβατεί, λόγω ακριβώς της ατολμίας της Πολιτείας να αναθέσει στους φορείς αυτούς τις ουσιαστικές και αποφασιστικές αρμοδιότητες που απαιτεί η έννοια της διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής.
γ) Αν και η κύρια ευθύνη για την προστασία των πουλιών και των ενδιαιτημάτων τους ανήκει στα Υπουργεία ΠΕΧΩΔΕ και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, στην Ελλάδα υπάρχει πολυδιάσπαση φορέων (κεντρική διοίκηση, Περιφέρειες, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση κ.ά.), αλλά και ελλιπέστατη στελέχωσή τους με ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό. Αυτό, σε συνδυασμό με ασάφειες και αντιφάσεις ως προς τις αρμοδιότητες, καταλήγει σε αναποτελεσματικότητα, συχνά δε και αβελτηρία, ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πλήρως θεσμοθετημένος βιότοπος της Λ. Κορώνειας (υγρότοπος Ραμσάρ, περιοχή ΖΕΠ/Natura 2000 με Φορέα Διαχείρισης, ΚΑΖ κ.ά.) που, ενώ έχει σχεδόν εξαφανιστεί, οι συναρμόδιοι φορείς (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ΓΓ Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ΥΠΕΧΩΔΕ κ.ά.) ακόμη ερίζουν για την αρμοδιότητα λήψης επανορθωτικών διαχειριστικών μέτρων. Είναι συνεπώς σαφές ότι χωρίς την εκπόνηση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το δίκτυο των ΖΕΠ και τον άμεσο εκσυγχρονισμό του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, σε συνδυασμό με την αναδιάταξη των αρμοδιοτήτων των διαφόρων φορέων κλπ., είναι εξαιρετικά δυσχερής, ίσως και ανέφικτη, η λήψη συγκεκριμένων μέτρων προστασίας έτσι ώστε να επιτευχθεί η ανάσχεση των αρνητικών πληθυσμιακών τάσεων των ειδών του Κόκκινου Βιβλίου στην Ελλάδα και η βελτίωση της κατάστασής τους.
3.4.4. τελικά συμπεράσματα
Τα κυριότερα συμπεράσματα που αφορούν τα πουλιά στο παρόν Κόκκινο Βιβλίο θα
μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:
- Ο συνολικός κατάλογος των πουλιών της ελληνικής ορνιθοπανίδας αριθμεί σήμερα (31/8/2009) 442 είδη.
- • Στο παρόν Κόκκινο Βιβλίο καταχωρίζονται 122 είδη πουλιών (το 27,7% του συνόλου), σε 7 από τις 9 κατηγορίες της IUCN. Εξήντα δύο από αυτά τα είδη (ποσοστό 50 %) κατετάγησαν στις τρεις κατηγορίες κινδύνου (CR, EN και VU), ενώ ένα μόνο είδος στην κατηγορία RE.
- Υπήρξαν προβλήματα στην αξιολόγηση πολλών ειδών με σκοπό την τελική ένταξή τους ή μη σε μια από τις κατηγορίες, λόγω του ότι οι ισχύουσες κατηγορίες και τα κριτήρια της IUCN προϋποθέτουν πολύ καλό επίπεδο γνώσεων (κυρίως πληθυσμιακά δεδομένα) για τα είδη.
- • Στην πλειονότητα τους τα πουλιά του Κόκκινου Βιβλίου ανήκουν σε είδη που αναπαράγονται (επιδημητικά και καλοκαιρινοί επισκέπτες) στην Ελλάδα.
- Τα υδρόβια/παρυδάτια (45 είδη) και τα αρπακτικά (30 είδη) αποτελούν τις δυο πολυπληθέστερες ομάδες του συνόλου των ειδών του Κόκκινου Βιβλίου.
- Για 31 είδη (50% των ειδών που έχουν ενταχθεί στις τρεις κατηγορίες κινδύνου) καταγράφονται πολύ αρνητικές ή αρνητικές πληθυσμιακές τάσεις.
- • Αναγνωρίστηκαν 10 κύρια προβλήματα/απειλές για τα 62 είδη των τριών κατηγοριών κινδύνου. Η πλειονότητα των απειλών έχει ανθρωπογενή αίτια.
- • Οι 4 σοβαρότερες απειλές των ειδών αυτών (με σειρά ιεράρχησης) είναι: α) υποβάθμιση/καταστροφή ενδιαιτημάτων, β) ρύπανση, φυτοφάρμακα, δηλητηριασμένα δολώματα κ.ά., γ) όχληση και δ) κυνήγι (κυρίως το παράνομο), σύλληψη κ.ά.
- Η μεγάλη πλειονότητα των ειδών κινδυνεύει από συνδυασμό 3-4 ή και περισσότερων προβλημάτων/απειλών.
- • Το ισχύον σήμερα στην Ελλάδα νομικό πλαίσιο για την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα ανεπαρκές και αναποτελεσματικό.
Δεν πρόκειται για πραγματική ομάδα με κοινά βιολογικά/οικολογικά χαρακτηριστικά, αλλά για ένα ετερόκλητο σύνολο ειδών, για το οποίο δύσκολα μπορούμε να οδηγηθούμε σε γενικεύσεις. Ο όποιος σχολιασμός δεν μπορεί να τα αφορά συνολικά, αλλά θα πρέπει αναγκαστικά να γίνουν κάποιες διαφορετικού τύπου ομαδοποιήσεις.
Γενική παρατήρηση είναι ότι για τα περισσότερα από αυτά τα είδη, και ιδίως για τα μικρότερα σε μέγεθος, δεν διαθέτουμε αρκετά λεπτομερή ή και ποσοτικά στοιχεία αξιολόγησης των πραγματικών απειλών που αντιμετωπίζουν. Για το λόγο αυτό, κάποια είδη της ομάδας αυτής καταχωρίστηκαν, αναπόφευκτα, ως “Ανεπαρκώς Γνωστά” (DD), ενώ και για όσα τελικώς γίνεται εφικτή η κατάταξη σε κάποια κατηγορία κινδύνου αυτό γίνεται με μεγάλο βαθμό εικασίας σε πολλές περιπτώσεις, λόγω περιορισμένων δεδομένων.
Με την εξαίρεση της ψαθοποταμίδας (Acrocephalus melanopogon), που ουσιαστικά είναι το μόνο καθαρά υγροτοπικό είδος το οποίο απειλείται κυρίως από την απώλεια και συρρίκνωση του ενδιαιτήματός του (της παρόχθιας δηλαδή υδροχαρούς βλάστησης ορισμένου τύπου), όλα τα άλλα είδη της παρούσας ομάδας είναι είδη που απαντώνται σε ένα ευρύ φάσμα χερσαίων βιοτόπων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρύτητα και σοβαρότητα των απειλών που αντιμετωπίζουν παρουσιάζουν τα τρία ορνιθόμορφα είδη (τάξη Galliformes). Ο φασιανός εκπροσωπείται πλέον στην Ελλάδα από έναν μοναδικό υπολειμματικό πληθυσμό, σε ένα επίσης μοναδικό και υπολειμματικό ενδιαίτημα (το υδροχαρές δάσος Κοτζά Ορμάν, στο Δέλτα Νέστου). Το μέλλον του είδους αυτού, κατά συνέπεια, κρέμεται από μια κλωστή, εξαρτάται δε και από τη συνολική διατήρηση και διαχείριση του δάσους και της περιοχής γύρω από αυτό, αλλά και από τις στρατηγικές εκτροφής του είδους στην αιχμαλωσία και την απελευθέρωση του, θέματα ιδιαίτερα περίπλοκα. Η πετροπέρδικα έχει υποστεί και υφίσταται αυξανόμενη σοβαρή θηρευτική πίεση, ενώ η γενετική της καθαρότητα έχει σοβαρά διαταραχτεί τοπικά από τον υβριδισμό της με τη νησιωτική πέρδικα, εξαιτίας ανεύθυνων χειρισμών τόσο της Δασικής Υπηρεσίας όσο και των κυνηγετικών οργανώσεων. Η πεδινή πέρδικα, τέλος, απειλείται κυρίως από την εντατικοποίηση της γεωργίας, την αλλαγή του αγροτικού τοπίου και τη λαθροθηρία.
Τα τυπικά δασόβια είδη βορειο-κεντροευρωπαϊκής προέλευσης, όπως ο αιγωλιός, η δασόκοτα και ο αγριόκουρκος, απαντώνται κυρίως σε μικρούς πληθυσμούς, σε πυκνά δάση βορειοευρωπαϊκού χαρακτήρα της Ροδόπης ή σε μερικά ακόμη ψηλά βουνά. Και τα τρία αυτά είδη απειλούνται από την κακή εφαρμογή των σύγχρονων μεθόδων δασικής εκμετάλλευσης (ο δε αγριόκουρκος και από τη λαθροθηρία). Οι κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν είναι ενδογενείς, κυρίως δημογραφικής φύσης, και οφείλονται στις χαμηλές πληθυσμιακές τους πυκνότητες και τη μεγάλη απόσταση από γειτονικούς πληθυσμούς. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή, με την επακόλουθη λειψυδρία και την αύξηση των μέσων θερμοκρασιών, αναμένεται να τα επηρεάσει επιπρόσθετα, συρρικνώνοντας την εξάπλωσή τους προς το βορρά.
Οι δρυοκολάπτες απειλούνται επίσης κατά κύριο λόγο από τις ισχύουσες πρακτικές δασοπονικής διαχείρισης, που ενδιαφέρεται κυρίως για τη μεγιστοποίηση της απόληψης του ξυλαποθέματος και έτσι απομακρύνει τα γέρικα, παλιά, δύσμορφα, ασθενικά, σάπια και κατακείμενα δέντρα, αφαιρώντας έτσι από τα είδη αυτά κατάλληλες θέσεις φωλιάσματος και σημαντικές πηγές τροφής. Την ίδια βασική απειλή αντιμετω
πίζει και ο δρυομυγοχάφτης (Ficedula semitorquata), που επίσης χρησιμοποιεί τρύπες σε δέντρα για να φωλιάσει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χαλκοκουρούνα, η οποία όμως απειλείται επιπλέον και από τη σταδιακή αλλαγή στα αγροτικά οικοσυστήματα, με την εξαφάνιση των μικτών γεωργο-κτηνοτροφικών τρόπων χρήσης, και στα σχετικά τοπία και ενδιαιτήματα. Στα νησιά η δόμηση μειώνει τις τελευταίες εκτάσεις που διαθέτουν είδη δέντρων κατάλληλα για τη χαλκοκουρούνα.
Πολλά είδη, όπως η πεδινή πέρδικα, η γαλιάντρα (Melanocorypha calandra), ο δι- πλοκεφαλάς (Lanius excubitor), ο σταχτοκεφαλάς (L. minor), ο παρδαλοκεφαλάς (L. nubicus) και η σιταρήθρα (Alauda arvensis), αποτελούν ένα μεγάλο αν και ετερόκλητο σύνολο που ευνοούνταν από τις οικολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες (οικότοποι, τοπία) έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί από τις εκτατικές “παραδοσιακές” χρήσεις γης, μικτής γεωργο-κτηνοτροφικής μορφής. Τα ενδιαιτήματα αυτά επηρεάζονται πλέον σοβαρά από την εντατικοποίηση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων: αλλαγές καλλιεργειών, μείωση δημητριακών, μείωση φυσικών φραχτών και μεμονωμένων δέντρων, μείωση βοσκοτόπων με χαμηλή βλάστηση, αλλαγή κάλυψης, κυρίως λόγω της δόμησης, ιδιαίτερα σε περιαστικές αγροτικές περιοχές, χρήση αγροχημι- κών κλπ. Πρόκειται δηλαδή για συρρίκνωση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων, οι επιπτώσεις της οποίας στη συνέχεια επιδεινώνονται από τα δημογραφικά συμπτώματα της συρρίκνωσης των πληθυσμών και τον γενικότερο κατακερματισμό της υπαίθρου. Είναι ήδη γνωστό ότι η πλειονότητα των πουλιών των αγροτικών οικοσυστημάτων (ακόμη και των πιο κοινών και πολυάριθμων ειδών) αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα πληθυσμιακής μείωσης και γεωγραφικής συρρίκνωσης στη Δ. Ευρώπη.
Για κάποια είδη, όπως ο γερακοτσιροβάκος (Sylvia nisoria), ο αιγαιοτσιροβάκος (S. rueppelli), ο αμμοπετρόκλης (Oenanthe isabellina), το φασσοπερίστερο (Columba oenas), η κοκκινοκαλιακούδα, η λιοστριτσίδα κ.ά., η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτουμε ακόμα επαρκή δεδομένα έτσι ώστε να κατανοήσουμε με ακρίβεια τις αιτίες μείωσης τους, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κ.ά. Πιθανόν και εδώ οι απειλές να είναι ενδογενείς και να σχετίζονται πλέον περισσότερο με τους μικρούς, αραιούς ή και κατακερματισμένους πληθυσμούς και την περιορισμένη εξάπλωσή τους στην Ελλάδα.
Τέλος, τα δύο είδη ασιατικής κυρίως κατανομής που υπάρχουν σε απομονωμένους πληθυσμούς στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (τουρκοτσοπανάκος και σμυρ- νοτσίχλονο) αντιμετωπίζουν κυρίως κίνδυνο σοβαρής πληθυσμιακής μείωσης που πιθανόν να προκληθεί από τυχαία και απρόβλεπτα γεγονότα, όπως πυρκαγιές μεγάλης κλίμακας.
Συμπερασματικά:
- • Τα πραγματικά, ποσοτικά δεδομένα που έχουμε σχετικά με την τεκμηρίωση των απειλών είναι σχετικά ισχνά και λίγα.
- • Για την πλειονότητα των γενικώς μικρόσωμων αυτών ειδών οι βασικές απειλές φαίνεται να σχετίζονται με τη συρρίκνωση των ενδιαιτημάτων τους, που οφείλεται κυρίως στην εντατικοποίηση της γεωργίας και τις συνεπαγόμενες αλλαγές στα αγροτικά τοπία.
- • Τα δασόβια επηρεάζονται από την αλλοίωση των ενδιαιτημάτων τους, που οφείλεται στις εφαρμοζόμενες δασοπονικές πρακτικές, που έχουν στόχο τη μεγιστοποίηση παραγωγής ξύλου.
- Για κάποια είδη σημαντικότερες πλέον είναι οι ενδογενείς, δημογραφικού τύπου απειλές, που σχετίζονται με μικρούς, αραιούς ή και κατακερματισμένους πληθυσμούς και περιορισμένη εξάπλωση, προερχόμενες τόσο από την αναμενόμενη δημογραφική εξέλιξη όσο και από τυχαίες καταστροφές, όπως οι πυρκαγιές.
| ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ
234 |
Τέλος, η αφθονία και η εξάπλωση πολλών από αυτά τα είδη στην Ελλάδα είναι πολύ πιθανό να επηρεαστούν από την κλιματική αλλαγή.


















